Υπάρχει μια παλιά, παρεξήγηση στη δημόσια ζωή: ότι η αγένεια είναι πυγμή και το νταηλίκι επιβολή. Κάπως έτσι, κατά καιρούς, εμφανίζεται ο γνωστός τύπος του δημόσιου παράγοντα που μπερδεύει το αξίωμα με προσωπικό φέουδο και τον θεσμικό ρόλο με αυτόν του τοπικού σερίφη.
Είναι εκείνος που πιστεύει πως όσο πιο πολύ υψώνει τη φωνή, τόσο πιο πολύ υψώνεται και το κύρος του. Πως αν χτυπήσει ένα τραπέζι, αν μοιράσει μερικές σπρωξιές, αν φερθεί σαν να του οφείλει η αλήθεια υποταγή, τότε αυτομάτως μεταμορφώνεται σε γίγαντα. Μόνο που το θέαμα είναι συνήθως περισσότερο κωμικοτραγικό: ένας άνθρωπος που νομίζει πως εμπνέει δέος, ενώ στην πράξη απλώς επιβεβαιώνει τη γύμνια του.
Γιατί το νταηλίκι δεν είναι ένδειξη δύναμης. Είναι η πιο κραυγαλέα ομολογία αδυναμίας. Είναι η προσπάθεια να καλυφθεί η ένδεια περιεχομένου με θράσος. Όταν δεν μπορείς να επιβληθείς με σοβαρότητα και καθαρό λόγο, δοκιμάζεις με ύφος, ένταση και τσαμπουκά.
Και κάπου εκεί ξεκινά η μεγάλη φάρσα. Διότι σε κάθε τέτοια περίπτωση, ο αυτόκλητος τιμητής της τάξης γίνεται ο ίδιος η πιο ηχηρή απόδειξη αταξίας. Ο υπερασπιστής του κύρους του ρόλου του γίνεται ο πρώτος που τον ευτελίζει. Ο άνθρωπος που οφείλει να υπηρετεί κανόνες, διαδικασίες και στοιχειώδη θεσμική ευπρέπεια, καταλήγει να συμπεριφέρεται σαν να του χρωστά ο κόσμος χειροκρότημα επειδή κατάφερε να μπερδέψει την αυθαιρεσία με προσωπικότητα.
Έχει και μια παράξενη αισθητική αυτή η συμπεριφορά. Σαν να βγήκε από παλιάς κοπής εγχειρίδιο ψευτοπαλικαρισμού: σκληρό ύφος, μισόλογα, ειρωνείες, επιδείξεις εξουσίας, αυτό το μόνιμο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» που δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί για να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Μόνο που στη σύγχρονη δημόσια ζωή, αυτό δεν μοιάζει με πυγμή. Μοιάζει με καρναβάλι. Μια θλιβερή παράσταση, όπου ο πρωταγωνιστής φαντάζεται ότι παίζει σε δράμα υψηλού κύρους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι παρακολουθούν επιθεώρηση.
Το χειρότερο, βέβαια, δεν είναι η γραφικότητα. Η γραφικότητα, στο κάτω κάτω, θα ήταν απλώς υλικό για ανέκδοτα. Το πρόβλημα είναι ότι το νταηλίκι επιχειρεί να καταστήσει φυσιολογική την κακοποίηση του δημόσιου χώρου.
Ο δημόσιος λόγος δεν χρειάζεται πορτιέρη. Χρειάζεται μέτρο. Δεν χρειάζεται νταήδες με αξίωμα. Χρειάζεται ανθρώπους που να ξέρουν ότι η εξουσία δεν είναι άδεια για επίδειξη χαρακτήρα, αλλά υποχρέωση αυτοελέγχου.
Ας το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται: κανένα αξίωμα δεν γίνεται πιο βαρύ επειδή το κουβαλά κάποιος με ύφος απειλής. Καμία παρουσία δεν γίνεται υπολογίσιμη επειδή στάζει έπαρση. Το μόνο που συμβαίνει είναι να μικραίνει ο χώρος, να χαμηλώνει το επίπεδο και να αποκαλύπτεται η παλιά γνώριμη φιγούρα του τραμπούκου που βρέθηκε σε λάθος χώρο.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο χρήσιμο συμπέρασμα. Το νταηλίκι δεν είναι απλώς κακή συμπεριφορά. Είναι πολιτισμική καθυστέρηση. Είναι διοικητική ανεπάρκεια ντυμένη με στόμφο. Είναι το τελευταίο καταφύγιο εκείνου που δεν μπορεί να πείσει, να σταθεί στο ύψος του ρόλου του.
ΥΓ: Οποιαδήποτε σχέση με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικές καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική
