Ματίνα Ηρειώτου : https://www.protothema.gr/
Η προσωπική επαφή βουλευτή – ψηφοφόρου δίνει πολιτικό οξυγόνο στις πελατειακές σχέσεις, ενώ ο ηλεκτρονικός εκσυγχρονισμός τελειώνει κάθε εξωθεσμική συναλλαγή πολιτών – διοίκησης, γύρω από το σβήσιμο των κλήσεων, την έκδοση συντάξεων και την πληρωμή αγροτικών επιδοτήσεων (που θα γίνεται μέσω ΑΑΔΕ)
Με τον τρόπο αυτόν είχε αποκριθεί ο Καλαντζής όταν είχε στείλει προς διορισμό στη Χωροφυλακή έναν από τους πολλούς συμπατριώτες του και του είπαν ότι ήταν κοντός. Οπως θρυλείται, από τη Φθιώτιδα την επταετία της θητείας Καλαντζή (που ήταν, μάλιστα, ο πρώτος που είχε εφαρμόσει τον περίφημο νόμο 4000 περί «τεντιμποϊσμού») κατάγονταν αναλογικά οι περισσότεροι στα Σώματα Ασφαλείας.
Τα Σώματα Ασφαλείας ήταν εξαιρετικά δημοφιλής μηχανισμός προσλήψεων με ρουσφέτια, που ικανοποιούσαν τόσο την πελατεία των (υποψηφίων) βουλευτών και υπουργών όσο και τα κόμματα. Τα πράγματα άλλαξαν το 1994, όταν θεσμοθετήθηκε η εισαγωγή στις σχολές της Αστυνομίας μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Ο νόμος του 1994 αποτελούσε ουσιαστικά την πρώτη νίκη του ελληνικού κράτους στη μάχη με το ρουσφέτι, αν και προσλήψεις στις τάξεις των Ειδικών Φρουρών και των Συνοριοφυλάκων, αλλά και πιο πρόσφατα στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία, που πρακτικά δεν ανέλαβε ποτέ καθήκοντα, θεωρήθηκαν «παραθυράκια» για την πρόσληψη ημετέρων κατά παράκαμψη των Πανελληνίων.
Η δεύτερη μεγάλη τομή ήταν η ίδρυση του ΑΣΕΠ, αφού με συγκεκριμένες διαδικασίες και αξιολογικά κριτήρια γίνονται οι προσλήψεις στο Δημόσιο. Τα «παράθυρα» για ρουσφέτια, ωστόσο, είναι σχεδόν ορθάνοιχτα για μετατάξεις, αποσπάσεις, μεταθέσεις.
Η δεύτερη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που έφτασε στη Βουλή και περιλαμβάνει ουσιαστικά ρουσφέτια, άνοιξε τη δημόσια συζήτηση γύρω από το κοινό μυστικό των εξυπηρετήσεων που έρχεται από συστάσεως του ελληνικού κράτους – ακόμη και η ίδια η λέξη «ρουσφέτι», άλλωστε, έχει ρίζες στην οθωμανική αυτοκρατορία και δηλώνει πόσο βαθιές ρίζες έχει – και μόνο ο κινηματογραφικός βουλευτής Καλοχαιρέτας θα έσπευδε να δηλώσει ότι «ετελείωσε».
Εγγραφες απαιτήσεις ρουσφετιών από πολιτικούς των δεκαετιών 1950 και 1960, όπως καταγράφηκαν στο βιβλίο «Ρουσφετολογικά Σημειώματα» του Αργύρη Βουρνά (Εκδόσεις Συλλογές) και δημοσιεύθηκαν από τη «Lifo»


ΑΑΔΕ, η τρίτη τομή
Στην τηλεοπτική του δήλωση τη Μεγάλη Δευτέρα, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έκανε εκτενή αναφορά στις πελατειακές σχέσεις, αλλά και στα βήματα που έχουν ήδη γίνει για την αντιμετώπιση της διαχρονικής παθογένειας στη σχέση κράτους – πολίτη.
Οπως είπε, η μεγάλη μεταρρύθμιση στον ΟΠΕΚΕΠΕ υλοποιείται, αφού ο Οργανισμός όπως τον ξέραμε δεν υπάρχει πια και πλέον η ευθύνη του προσδιορισμού και της πληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων έχει περάσει στην ΑΑΔΕ. «Και όπως σήμερα δεν ζητάμε διευκολύνσεις από την ΑΑΔΕ για φορολογικά θέματα, το ίδιο θα ισχύει στο εξής και για τις επιδοτήσεις. Είναι μία μεγάλη αλλαγή, που θα ωφελήσει πολύ κάθε έντιμο αγρότη και κτηνοτρόφο».
Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε υποκριτική τη στάση ορισμένων που «ανακάλυψαν ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019», για να επισημάνει ότι «τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύστασή του και είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη.

Προφανώς, δεν προέκυψα από πολιτική παρθενογένεση. Οποιος βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης».
Οπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, η προσπάθεια της κυβέρνησης είναι να γίνει η Ελλάδα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζει ο πολίτης προσωπικά τον βουλευτή προκειμένου να τύχει αξιοπρεπούς αντιμετώπισης από το Δημόσιο.
Βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, να στερηθεί, δηλαδή, από το ρουσφέτι, το πολιτικό του οξυγόνο, όπως είπε ο πρωθυπουργός, είναι, για παράδειγμα, η μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων ή η επίδοση των κλήσεων που γίνεται αυτόματα και ψηφιακά και κατά συνέπεια δεν «σβήνονται».
Ο εκσυγχρονισμός της θητείας και το γεγονός ότι όλοι οι στρατεύσιμοι υπηρετούν πλέον στον Στρατό Ξηράς κλείνει μια μεγάλη πόρτα ρουσφετιών, που είχε να κάνει με μετακινήσεις προς το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, που δικαιολογούσαν πολύ περισσότερο την πρόσφατη διαπίστωση του υπουργού Αμυνας, Νίκου Δένδια, «εκείνοι παριστάνουν ότι υπηρετούν κι εμείς ότι τους εκπαιδεύουμε» (βλ. ρεπορτάζ στην επόμενη σελίδα).
Πού ευδοκιμεί το ρουσφέτι
Το ρουσφέτι δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Οπως λέει ο διοικητικός επιστήμων-νομικός και μέλος του ΑΣΕΠ, Παναγιώτης Καρκατσούλης, απαντάται σε όλες τις χώρες που είχαν επαφή με την οθωμανική αυτοκρατορία, σε ασθενείς δημοκρατίες και σε χώρες με αδύναμους θεσμούς.

Μάλιστα, όπως σημειώνει, σήμερα η αντίληψη για το ρουσφέτι, το πελατειακό κράτος, είναι διαφορετική, και στο διοικητικό σύστημα υφέρπει ο πελατειασμός, καταρχάς στη λήψη των αποφάσεων. Παρά το γεγονός ότι όλα τα Συντάγματα του ελληνικού κράτους απαγορεύουν την ένταξη άσχετων διατάξεων στα νομοσχέδια, εντούτοις αυτό εξακολουθεί να αποτελεί πρακτική, είτε τα νομοσχέδια αποκαλούνται «σκούπα» είτε «ερανιστικά».
Εκεί εντάσσονται ρουσφέτια τόσο προσωπικά όσο και ομαδικά. Ταυτόχρονα, ενώ στα χρόνια του μνημονίου υιοθετήθηκε η καλή πρακτική για καλή νομοθέτηση που είναι η δημόσια διαβούλευση, εντέλει το ένα τρίτο των ρυθμίσεων δεν περνούν καν από διαβούλευση και εμφανίζονται κατευθείαν στη συζήτηση του νομοσχεδίου. Μάλιστα, από τα χρόνια των μνημονίων έκαναν την εμφάνισή τους τροπολογίες-τέρατα με δεκάδες άρθρα, που σε μεγάλο βαθμό κρύβουν ρουσφέτια.
Το δεύτερο κομβικό σημείο για την επιβίωση των πελατειακών σχέσεων είναι οι διαδικασίες, που αν και έχουν γίνει βήματα, εντούτοις δεν έχουν απλουστευθεί παρά την καινοτομία του gov.gr. Στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών, το ΜΙΤΟΣ, έχουν καταγραφεί ήδη πάνω από 4.000 διαδικασίες και αρμοδιότητες και εκτιμάται, όπως επισημαίνει ο κ. Καρκατσούλης, ότι υπολείπονται τουλάχιστον 2.000 ακόμη. «Οι διαδικασίες δεν είναι στάνταρ, υπάρχουν αοριστίες και επικαλύψεις, παθολογικές, δηλαδή, καταστάσεις, που επιτρέπουν τη διαιώνιση του πελατειασμού», διευκρινίζει.
Ο τρίτος πυλώνας που επιτρέπει τη συνέχιση των πελατειακών σχέσεων είναι το γεγονός ότι τα υπουργεία εποπτεύουν συνολικά 823 φορείς. Οταν λέει ο νόμος εποπτεύονται, σημαίνει πρακτικά ότι έχουν τον έλεγχο νομιμότητας, που στην πραγματικότητα είναι απλά τυπικός.
Τα ρουσφετόχαρτα
«Πριν από τον νόμο Πεπονή (2190/1994) με τον οποίο έγινε το ΑΣΕΠ», θυμίζει ο κ. Καρκατσούλης, «υπήρχαν τα περίφημα ρουσφετόχαρτα: κατάλογοι με ονόματα, υπογεγραμμένοι από τον προτείνοντα υπουργό, πήγαιναν στο υπουργείο Προεδρίας και ακολουθούσε η διαπιστωτική πράξη με την οποία οι προτεινόμενοι γίνονταν δημόσιοι υπάλληλοι. Το ΑΣΕΠ αποτέλεσε το αντίβαρο αυτής της κατάστασης, ωστόσο, έχει τροποποιηθεί τριακόσιες φορές.
Και βέβαια, όταν ήρθε η χρεοκοπία και τα μνημόνια διαπιστώθηκε ότι “κρύβαμε” κόσμο σε πολλές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων τους μετακλητούς, που εκτός από τους υπουργούς και τους βουλευτές, δόθηκε η δυνατότητα τέτοιων προσλήψεων και στην Αυτοδιοίκηση, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να εκτιναχθεί. Οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι παρά μηχανισμός συντήρησης του πολιτικού συστήματος».
Τελικά «το ρουσφέτι είναι κοινωνικά άνισο, αφού οι περισσότεροι δεν επωφελούνται και η δυσαρέσκεια από αυτή τη διαπίστωση μπορεί να γίνει έως και εκρηκτική για την εκάστοτε διακυβέρνηση. Για το πολιτικό σύστημα συνολικά το επικίνδυνο είναι η επικράτηση της αντίληψης ότι όλοι είναι ίδιοι», καταλήγει.
Δημοφιλείς εξυπηρετήσεις
Κι αν στο παρελθόν το νούμερο ένα ρουσφέτι ήταν ο διορισμός στο Δημόσιο, στα χρόνια του μνημονίου ο προσανατολισμός άλλαξε, με τους «φίλους» των βουλευτών να ζητούν πρόσληψη στον ιδιωτικό τομέα. Ψηλά στη λίστα των «δημοφιλών» εξυπηρετήσεων ήταν έως και πρόσφατα η έκδοση συντάξεων. Μέχρι το 2019 απαιτούνταν κατά μέσο όρο 500 ημέρες για την απονομή σύνταξης, στο τέλος του 2025 ο μέσος όρος έπεσε στις 42 ημέρες.
Καταλυτικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η ψηφιοποίηση εκατομμυρίων καρτελών ενσήμων – τον Νοέμβριο του 2025 είχε ψηφιοποιηθεί το 80% των καρτελών και μέσα στο έτος αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Αυτό αναμένεται να μειώσει σημαντικά ακόμη περισσότερο και τον χρόνο απονομής των επικουρικών συντάξεων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΕΦΚΑ, οι κύριες συντάξεις που εκκρεμούν είναι κάτω από 14.000, ενώ κάτω από 30.000 είναι οι εκκρεμούσες επικουρικές.
Η εξυγίανση του συστήματος απονομής των συντάξεων αφαίρεσε «πληθώρα ύλης» από τα βουλευτικά γραφεία με τα σχετικά αιτήματα ανθρώπων που παρακαλούσαν να πάρουν τη σύνταξή τους, προσπερνώντας, ωστόσο, στην ουρά ανθρώπους που ζητούσαν και ανέμεναν ακριβώς για το ίδιο, χωρίς να έχουν «μπάρμπα στην Κορώνη».

Μια μεγάλη κατηγορία για το ρουσφέτι αφορούσε τον τομέα της Υγείας και ειδικά την εξασφάλιση θέσης σε Εντατική, ειδικά την περίοδο που λειτουργούσαν ελάχιστα κρεβάτια. Η παράκαμψη της λίστας τα προηγούμενα χρόνια ήταν ένα «καλό ρουσφέτι», πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Αφενός οι κλίνες στις ΜΕΘ αυξήθηκαν κατακόρυφα την περίοδο της πανδημίας, οπότε οι ανάγκες καλύπτονται σε πολύ μεγάλο βαθμό, αφετέρου ισχύουν και τηρούνται συγκεκριμένα κριτήρια επιλογής.
Κλήσεις δεν σβήνονται
Το ψηφιακό κράτος όμως, οδηγεί στο τέλος της άλλη μια εξωθεσμική συναλλαγή πολιτών – διοίκησης, που είναι το σβήσιμο των κλήσεων. Το φαινομενικά «αθώο» ρουσφέτι είχε ως αποτέλεσμα πρακτικά να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΟΚ, αντικοινωνικές συμπεριφορές όπως η στάθμευση σε σημεία πρόσβασης για τους ανθρώπους με αναπηρία πρακτικά να επιβραβεύονται.
Αρχικά, ετέθη ατύπως σε εφαρμογή ένα καθεστώς «ημιτιμωρίας» για τους παραβάτες οδηγούς, αφού, για παράδειγμα, αν πλήρωναν την κλήση έπαιρναν πίσω πινακίδες και διπλώματα. Εξαίρεση αποτελούσε η οδήγηση υπό μέθη. Στη συνέχεια -ατύπως- και πάλι σταμάτησαν να σβήνονται κλήσεις για τις λεγόμενες αντικοινωνικές παραβάσεις και για κόκκινο σηματοδότη, ώσπου η γενική εντολή από την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη είναι «κλήσεις δεν σβήνονται». Πλέον, η ψηφιακή διαπίστωση και επίδοση των παραβάσεων κλείνουν οριστικά και αυτό το κεφάλαιο.

Ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός του κράτους, πάντως, σύμφωνα με όσα είπε στις αρχές της εβδομάδας ο πρωθυπουργός, αποτελεί το μεγάλο στοίχημα, το οποίο δεν στοχεύει μόνο στη βελτίωση της καθημερινότητας, αλλά και στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας. Παραδέχθηκε, όμως, ότι «οι νοοτροπίες αιώνων δεν αλλάζουν, δυστυχώς, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη».
