Περισσότερες από 2,3 εκατομμύρια δηλώσεις έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα, δηλαδή περίπου μία στις τρεις από το σύνολο που αναμένεται, επιβεβαιώνοντας ότι η φετινή διαδικασία εκκαθάρισης των φορολογικών δηλώσεων εξελίσσεται με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με προηγούμενα έτη. Καταλυτικό ρόλο στην επιτάχυνση έπαιξε η αυτόματη οριστικοποίηση 889.036 προεκκαθαρισμένων δηλώσεων από την ΑΑΔΕ, η οποία μείωσε δραστικά τον χρόνο υποβολής για εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενους.
Η εικόνα της εκκαθάρισης
Τα στοιχεία της εκκαθάρισης αποτυπώνουν με σαφήνεια τη διάρθρωση των φορολογικών επιβαρύνσεων. Το 38,4% των δηλώσεων που έχουν ήδη υποβληθεί είναι μηδενικές, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα φορολογούμενους εμφανίζονται με πιστωτικό εκκαθαριστικό. Συνολικά, πάνω από επτά στους δέκα δεν καλούνται να πληρώσουν πρόσθετο φόρο, είτε επειδή το αποτέλεσμα είναι μηδενικό είτε επειδή δικαιούνται επιστροφή.
Στον αντίποδα, το 24% των δηλώσεων είναι χρεωστικές, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντική φορολογική επιβάρυνση για περίπου έναν στους τέσσερις πολίτες. Το συνολικό ποσό φόρου που έχει ήδη βεβαιωθεί ανέρχεται σε 545 εκατ. ευρώ, με τον μέσο φόρο να προσεγγίζει τα 1.000 ευρώ ανά δήλωση. Πρόκειται για ένα επίπεδο επιβάρυνσης που αντανακλά κυρίως εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες, ελεύθερα επαγγέλματα και πρόσθετες πηγές.
Επιστροφές και συμψηφισμοί
Παράλληλα, σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία καταβολής επιστροφών φόρου, η οποία φέτος πραγματοποιείται με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό. Ήδη 319.592 φορολογούμενοι έχουν λάβει τα ποσά που δικαιούνται στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, με τη συνολική αξία των επιστροφών να φτάνει τα 65,81 εκατ. ευρώ. Ο μέσος όρος επιστροφής διαμορφώνεται στα 222 ευρώ, προσφέροντας άμεση ενίσχυση στη ρευστότητα των νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, για 126.976 φορολογούμενους έχουν πραγματοποιηθεί συμψηφισμοί επιστροφών με υφιστάμενες οφειλές, συνολικού ύψους 28,8 εκατ. ευρώ. Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται αυτόματα, περιορίζοντας τη γραφειοκρατία και επιτρέποντας την ταχύτερη εκκαθάριση των υποχρεώσεων.
Η διαδικασία των επιστροφών έχει απλοποιηθεί σημαντικά. Για όσους δεν έχουν οφειλές προς το Δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία, τα ποσά πιστώνονται ακόμη και μέσα σε μία εβδομάδα από την υποβολή της δήλωσης. Αντίθετα, σε περιπτώσεις εκκρεμοτήτων, η επιστροφή συμψηφίζεται αυτόματα, χωρίς να απαιτείται καμία ενέργεια από τον φορολογούμενο.
Κρίσιμη προϋπόθεση για την ομαλή ολοκλήρωση της διαδικασίας αποτελεί η σωστή δήλωση του τραπεζικού λογαριασμού (ΙΒΑΝ) στην πλατφόρμα myAADE. Λάθη ή παραλείψεις στο στοιχείο αυτό μπορούν να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις, ακόμη και όταν η εκκαθάριση έχει ολοκληρωθεί κανονικά.
Τρόποι εξόφλησης και εκπτώσεις
Για τους φορολογούμενους που προκύπτει χρεωστικό εκκαθαριστικό, προβλέπονται δύο βασικές επιλογές εξόφλησης. Η πρώτη αφορά την καταβολή του φόρου σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη να πρέπει να πληρωθεί έως τις 31 Ιουλίου 2026 και τις επόμενες επτά έως το τέλος των αντίστοιχων μηνών. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει την κατανομή της επιβάρυνσης σε βάθος χρόνου.
Η δεύτερη επιλογή είναι η εφάπαξ εξόφληση, η οποία συνοδεύεται από έκπτωση επί του συνολικού ποσού του φόρου. Το ποσοστό της έκπτωσης διαμορφώνεται κλιμακωτά, φτάνοντας έως και το 4% για δηλώσεις που υποβάλλονται νωρίς, ενώ μειώνεται όσο πλησιάζει η καταληκτική ημερομηνία. Με τον τρόπο αυτό, ενθαρρύνεται η έγκαιρη υποβολή και πληρωμή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για τις τροποποιητικές δηλώσεις. Εάν από μια τέτοια δήλωση προκύψει επιπλέον φόρος και ο φορολογούμενος επιλέξει να τον καταβάλει εφάπαξ, τότε εφαρμόζονται διαφορετικά ποσοστά έκπτωσης για το αρχικό και το πρόσθετο ποσό, ανάλογα με τον χρόνο υποβολής κάθε δήλωσης.
Παράλληλα, το πλαίσιο συμψηφισμών παραμένει ενεργό έως τις 31 Ιουλίου 2026. Αυτό σημαίνει ότι τυχόν επιστροφές φόρου που θα προκύψουν μέχρι τότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη οφειλών, προσφέροντας μια πρόσθετη διευκόλυνση στους φορολογούμενους.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνει μια διαδικασία πιο στοχευμένη και πιο αποτελεσματική. Οι επιστροφές πραγματοποιούνται ταχύτερα, οι συμψηφισμοί περιορίζουν τις εκκρεμότητες και η πλειονότητα των φορολογουμένων δεν επιβαρύνεται. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών εξακολουθεί να σηκώνει το κύριο βάρος της φορολογίας, επιβεβαιώνοντας τις ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν το σύστημα.
