Οι Έλληνες καταναλώνουν 19,6 κιλά θαλασσινών ετησίως, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 23,5 κιλά, ανέφερε ο οργανισμός.
Σε μια περίοδο έντονων αλλαγών στο θαλάσσιο περιβάλλον της Μεσογείου, με την κλιματική αλλαγή, την υπεραλίευση και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις να επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τα οικοσυστήματα, διατυπώνεται μια ευρύτερη προτροπή προς όλους τους εμπλεκόμενους (αλιείς, επαγγελματίες της εστίασης και καταναλωτές) να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις ελληνικές θάλασσες.
Η παρουσία μη ιθαγενών ειδών ψαριών και θαλασσινών δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μια σταθερά που ενισχύεται ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η νότια Ελλάδα και τα νησιωτικά συμπλέγματα. Η σταδιακή εγκατάσταση και εξάπλωσή τους αλλάζει τη δομή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων δημιουργώντας νέα δεδομένα τόσο για τη βιοποικιλότητα όσο και για την αλιευτική δραστηριότητα επηρεάζοντας φυσικά και την αγορά.
Τα ξενικά είδη και η οικολογική τους επίδραση
Τα εν λόγω είδη προέρχονται από διαφορετικές περιοχές και έχουν εισέλθει στο θαλάσσιο περιβάλλον μέσω ποικίλων οδών, όπως θαλάσσιες διώρυγες, ανθρώπινες δραστηριότητες ή διαφυγές από εκτροφές. Η εξάπλωσή τους ευνοείται από την άνοδο της θερμοκρασίας των υδάτων και τις μεταβολές στα οικοσυστήματα που προκαλούνται από την ανθρώπινη πίεση.
Η παρουσία τους δεν είναι ουδέτερη, καθώς συχνά ανταγωνίζονται τα τοπικά είδη για τροφή και χώρο, επηρεάζοντας ουσιαστικά την τροφική αλυσίδα και προκαλώντας σημαντικές αλλαγές απειλώντας τα ακόμη και με εξαφάνιση. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν και οικονομικές επιπτώσεις στην αλιεία, είτε μέσω ζημιών σε αλιευτικά εργαλεία είτε μέσω μεταβολής της σύνθεσης των αλιευμάτων.
Πόσα ξενικά είδη ζουν στις θάλασσές μας
H WWF Ελλάς, παρουσίασε τις περασμένες ημέρες τον πλήρη ανανεωμένο της Οδηγό Υπεύθυνης Κατανάλωσης Ψαρικών «Fish Guide» με τον οποίο οι καταναλωτές μπορούν να ενημερωθούν υπεύθυνα για την πλήρη λίστα των μη ιθαγενών θαλάσσιων ειδών που έχουν εγκατασταθεί στις ελληνικές θάλασσες.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται πλέον σε εκείνα που καταγράφονται συστηματικά στις θάλασσες και παρουσιάζονται με στόχο την ενημέρωση για το ποια μπορούν να καταναλωθούν (αν και δηλητηριώδη) και ποια θα πρέπει να αποφεύγονται ρητά.
Σε αυτή τη λίστα περιλαμβάνονται πάνω από εκατό είδη που διατίθενται στην ελληνική αγορά όπου ανάμεσά τους υπάρχουν 13 χωροκατακτητικά είδη που δεν υπήρχαν στον προηγούμενο οδηγό του 2015.
Μεταξύ αυτών αναγνωρίστηκαν γαρίδες Ατλαντικού (Penaeus aztecus) και το μπλε καβούρι (Callinectes sapidus) στο βόρειο Αιγαίο, όπως επίσης και το λεοντόψαρο (Pterois miles) σε νερά νοτιότερα της χώρας. Ο οδηγός περιλαμβάνει πληροφορίες για την εποχικότητα, το μέγεθος αλίευσης, την αναπαραγωγή των ειδών και τη γενικότερη κατάσταση των πληθυσμών τους.
Πάντως αξιοποίησή τους στη διατροφή δεν αναιρεί τον οικολογικό προβληματισμό, αλλά μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, συμβάλλοντας στη μείωση της πίεσης στα υπεραλιευμένα τοπικά είδη και περιορίζοντας τη σπατάλη πόρων που ήδη υπάρχουν στη θάλασσα.
Τι αλλάζει στην αγορά θαλασσινών
Η ελληνική αγορά θαλασσινών βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετάβασης, καθώς τα είδη που δεν ανήκουν στην παραδοσιακή μεσογειακή πανίδα εμφανίζονται σε αλιεύματα και εμπορικά διαθέσιμα προϊόντα.
Παρά την αυξανόμενη παρουσία τους, πολλά από αυτά εξακολουθούν να μην αξιοποιούνται εμπορικά, κυρίως λόγω άγνοιας ή επιφυλακτικότητας των καταναλωτών. Σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων εξακολουθούν να απορρίπτονται, παρότι είναι απολύτως βρώσιμα και σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα θρεπτικά, κυρίως λόγω έλλειψης ενημέρωσης γύρω από την ταυτότητα και τη διατροφική τους αξία. Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε σπατάλη ενός διαθέσιμου πόρου και ταυτόχρονα περιορίζει τις δυνατότητες των αλιέων να αξιοποιήσουν πλήρως την ποικιλία που έχουν στα χέρια τους.
Καθοριστικό εμπόδιο παραμένει η δυσπιστία των καταναλωτών απέναντι σε ό,τι δεν αναγνωρίζεται ως «παραδοσιακό», με αποτέλεσμα η άγνωστη ονομασία ή όψη ενός ψαριού να οδηγεί συχνά στην απόρριψή του. Η αλλαγή αυτής της στάσης εκτιμάται ότι θα απαιτήσει χρόνο, καθώς συνδέεται όχι μόνο με τη διατροφική συνήθεια αλλά και με την πολιτισμική σχέση των ανθρώπων με τη θάλασσα.
Ωστόσο, σταδιακά, διαμορφώνεται η αντίληψη ότι πολλά από αυτά τα είδη μπορούν να ενταχθούν κανονικά στη διατροφή, αρκεί να υπάρχει σωστή ενημέρωση και καθοδήγηση.
