Πιο ευέλικτη καθίσταται η έκδοση η έκδοση φορολογικής ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτων ή σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων, για οφειλές που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής είσπραξης με νέα εγκύκλιο της ΑΑΔΕ.
ις σημαντικές αλλαγές στους όρους και τη διαδικασία χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής, που αφορούν εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν οφειλές προς την εφορία, γνωστοποιεί νέα εγκύκλιος της ΑΑΔΕ.
Συγκεκριμένα εξειδικεύονται οι πρόσφατες αλλαγές στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που αφορούν περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτων ή σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων, ληξιπρόθεσμες οφειλές που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής είσπραξης, αλληλέγγυας ευθύνης διοικούντων, μετόχων και εταίρων για χρέη επιχειρήσεων, όπως επίσης και την έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας για την είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου και για τους συμψηφισμούς απαιτήσεων.
Οι διευκρινίσεις της φορολογικής Αρχής, αφορούν χιλιάδες φορολογούμενους, επαγγελματίες της αγοράς ακινήτων, συμβολαιογράφους, δικηγόρους και λογιστές, που εμπλέκονται καθημερινά σε διαδικασίες μεταβιβάσεων και ελέγχου φορολογικής ενημερότητας.
Οφειλές σε αναστολή
Στις περιπτώσεις φορολογουμένων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 50.000 ευρώ, οι οποίες όμως έχουν τεθεί σε αναστολή είσπραξης είτε με δικαστική απόφαση είτε με απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) και ο οφειλέτης επρόκειτο να μεταβιβάσει ακίνητο, μέχρι τώρα εφαρμοζόταν παρακράτηση έως και 50% του τιμήματος της πώλησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η είσπραξη των οφειλών από το Δημόσιο.
Με το νέο πλαίσιο, η ΑΑΔΕ δίνει τη δυνατότητα σημαντικής μείωσης του ποσοστού παρακράτησης, ακόμη και στο 5% του τιμήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο φορολογούμενος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες για το υπόλοιπο ποσό της οφειλής.
Δηλαδή, ο οφειλέτης που έχει δικαιωθεί προσωρινά σε δικαστικό επίπεδο ή έχει λάβει αναστολή από τη ΔΕΔ δεν θα υποχρεώνεται πλέον να δεσμεύει το μισό τίμημα από την πώληση ακινήτου, εφόσον μπορεί να προσφέρει διασφάλιση προς το Δημόσιο.
Η διασφάλιση μπορεί να λάβει τη μορφή εγγραφής πρώτης υποθήκης σε άλλο ακίνητο ελεύθερο βαρών ή άλλης αποδεκτής εγγύησης, ενώ για τον υπολογισμό της αξίας της εμπράγματης ασφάλειας, η ΑΑΔΕ λαμβάνει υπόψη το 80% της αντικειμενικής αξίας του προσφερόμενου ακινήτου.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διασφάλιση που προσφέρει ο φορολογούμενος, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η παρακράτηση, ενώ εάν η παρεχόμενη εξασφάλιση δεν επαρκεί για να καλύψει το υπόλοιπο της οφειλής, τότε το ποσοστό παρακράτησης αυξάνεται αναλογικά μέχρι και το ανώτατο όριο του 50%.
Τίμημα χαμηλότερο της αντικειμενικής αξίας
Στις περιπτώσεις όπου το τίμημα της μεταβίβασης είναι χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, εφόσον η παρακράτηση που προκύπτει από το τίμημα δεν επαρκεί για την κάλυψη των οφειλών, η εγκύκλιος προβλέπει ότι ο υπολογισμός της παρακράτησης θα γίνεται με βάση την αντικειμενική αξία.
Έτσι, εάν το ποσό που προκύπτει υπερβαίνει το πραγματικό τίμημα της συναλλαγής, τότε δεν εκδίδεται αποδεικτικό ενημερότητας, εκτός και αν διασφαλιστούν με διαφορετικό τρόπο, τα συμφέροντα του δημοσίου. Η διάταξη αυτή στοχεύει στην αποτροπή τεχνητής υποτίμησης των ακινήτων με σκοπό τη μείωση της παρακράτησης.
Οι αλλαγές για τα στελέχη των εταιρειών
Για τους αλληλεγγύως ευθυνόμενους για τις οφειλές νομικών προσώπων, όπως είναι οι διαχειριστές, τα μέλη διοίκησης, οι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι ή μέτοχοι που υπέχουν ευθύνη βάσει του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με τις αλλαγές, διαφοροποιείται η ευθύνη, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του προσώπου στην εταιρεία.
Ειδικότερα, για όσους συμμετείχαν κατά τα δύο τελευταία έτη της θητείας τους με ποσοστό έως 5% σε μη εισηγμένες εταιρείες ή έως 0,5% σε εισηγμένες εταιρείες, προβλέπεται ευνοϊκότερο καθεστώς, καθώς οι τακτοποιημένες ληξιπρόθεσμες οφειλές του νομικού προσώπου δεν θα λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσοστού παρακράτησης κατά τη μεταβίβαση ακινήτου από το αλληλεγγύως ευθυνόμενο φυσικό πρόσωπο.
Συνεπώς, οι μικρομέτοχοι ή πρόσωπα με περιορισμένη συμμετοχή στην εταιρεία απαλλάσσονται σε μεγάλο βαθμό από τις επιπτώσεις των εταιρικών χρεών κατά τις προσωπικές τους συναλλαγές.
Αντίθετα, όταν το ποσοστό συμμετοχής υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια, οι οφειλές της εταιρείας λαμβάνονται κανονικά υπόψη κατά την έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας και στις περιπτώσεις αυτές, για ρυθμισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές μπορεί να επιβληθεί παρακράτηση από 7% έως και 70% επί του τιμήματος της μεταβίβασης, που κλιμακώνεται ως εξής:
- Η μείωση προς το κατώτατο όριο του 7% προϋποθέτει την παροχή επαρκών εγγυήσεων ή εμπράγματων ασφαλειών.
- Για οφειλές που τελούν σε καθεστώς αναστολής είσπραξης, η παρακράτηση μπορεί να κυμανθεί από 7% έως 50%, ανάλογα με το επίπεδο διασφάλισης.
Για τον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι άμεσες συμμετοχές του προσώπου αλλά και οι συμμετοχές συζύγου, μέρους συμφώνου συμβίωσης και συγγενών πρώτου και δεύτερου βαθμού, με στόχο την αποτροπή καταστρατηγήσεων μέσω τεχνητού κατακερματισμού μετοχικών ποσοστών μεταξύ συγγενικών προσώπων.
Ακόμη, στις περιπτώσεις αλληλεγγύως ευθυνόμενων προσώπων με μικρή συμμετοχή σε εταιρείες, ορισμένες κατηγορίες οφειλών δεν θα εμφανίζονται στη βεβαίωση οφειλής, εκτός αν το ζητήσει ρητά ο ίδιος ο φορολογούμενος.
Η πρόβλεψη αυτή αφορά τόσο ληξιπρόθεσμες τακτοποιημένες οφειλές όσο και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές των εταιρειών στις οποίες η συμμετοχή του ενδιαφερομένου δεν υπερβαίνει τα καθορισμένα όρια. Στόχος είναι να αποφεύγονται δυσανάλογες επιβαρύνσεις για πρόσωπα που έχουν περιορισμένη σχέση με τη διοίκηση ή την ιδιοκτησία μιας επιχείρησης.
Πληρωμές από το Δημόσιο
Σχετικά με την έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας για την είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου και τους συμψηφισμούς απαιτήσεων, προβλέπεται ότι οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσοστού παρακράτησης κατά την πληρωμή χρημάτων από το Δημόσιο.
Ωστόσο προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού χρεών και απαιτήσεων. Στην περίπτωση που ο δικαιούχος της απαίτησης κατά του (εν στενή εννοία) Δημοσίου έχει ατομικές βεβαιωμένες οφειλές (ληξιπρόθεσμες και μη) προς το Δημόσιο, ανεξαρτήτως ύψους, το ποσοστό παρακράτησης επί της είσπραξης είναι υποχρεωτικά 100% και έως το ύψος των βεβαιωμένων προς το Δημόσιο οφειλών του δικαιούχου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.
Στις ατομικές οφειλές συμπεριλαμβάνονται και οι οφειλές αποβιωσάντων οφειλετών, για τις οποίες ο δικαιούχος της απαίτησης έχει ευθύνη καταβολής ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, καθώς και οφειλές του από φόρο εισοδήματος που έχουν βεβαιωθεί στον ΑΦΜ της ή του συζύγου.
Εάν ο δικαιούχος της απαίτησης κατά του (εν στενή εννοία) Δημοσίου έχει βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο, δηλαδή οφειλές βεβαιωμένες σε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, δεν πληρείται η προϋπόθεση της αμοιβαιότητας των διατάξεων του συμψηφισμού.
Στην περίπτωση ύπαρξης βεβαιωμένων μη ληξιπρόθεσμων οφειλών στο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, η απαίτηση κατά του Δημοσίου του αλληλεγγύως ευθυνόμενου προσώπου δεν συμψηφίζεται, ούτε παρακρατείται κατά τις διατάξεις του αποδεικτικού ενημερότητας και ως εκ τούτου, χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας χωρίς όρο παρακράτησης εφόσον ο δικαιούχος πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις του αποδεικτικού ενημερότητας, δηλαδή εφόσον έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών και δεν υφίσταται γι’ αυτόν δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
Τέλος, εάν ο αιτών ζητήσει ο ίδιος το αποδεικτικό, μπορεί να αναγράψει σε αυτό ότι επιθυμεί την παρακράτηση του συνόλου της είσπραξής του και έως το σύνολο των βεβαιωμένων οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση ή, εφόσον το επιθυμεί και για την παρακράτηση έναντι μη ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Πηγή: https://businessdaily.gr/oikonomia/216823_ti-allaxe-i-aade-sti-horigisi-tis-forologikis-enimerotitas
