Η UNESCO έβαλε την αρχαία ελληνική πόλη της Κριμαίας στη λίστα κινδύνου, καθώς ανασκαφές, νέες κατασκευές και ένα ρωσικό εθνικό αφήγημα απειλούν να αλλάξουν για πάντα τον αρχαιολογικό χώρο.
Ο αρχαιολογικός χώρος της Χερσονήσου της Ταυρικής στην Κριμαία, όπου συνυπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης και ο καθεδρικός του Αγίου Βλαδίμηρου.φωτογραφία:Getty images
Μια αρχαία ελληνική πόλη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας βρίσκεται πλέον επισήμως σε κίνδυνο. Η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ενέταξε την αρχαία πόλη της Ταυρικής Χερσονήσου και τη «χώρα» της στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς σε Κίνδυνο, κατά τη διάρκεια της 48ης συνόδου της στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας.
Η Χερσόνησος η Ταυρική ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. ως αποικία Δωριέων Ελλήνων στην Ηράκλεια Χερσόνησο, στη νοτιοδυτική Κριμαία, κοντά στη σημερινή Σεβαστούπολη. Δεν ήταν μόνο μια οχυρωμένη πόλη, αλλά ένα ολόκληρο οργανωμένο τοπίο: γύρω της απλωνόταν η «χώρα», δηλαδή η αγροτική της επικράτεια, χωρισμένη σε εκατοντάδες ίσα αγροτεμάχια με αγροικίες, αμπελώνες, διαχωριστικά τείχη και οχυρώσεις.

Για σχεδόν δύο χιλιετίες, η πόλη διατήρησε στρατηγικό ρόλο στους εμπορικούς δρόμους της Μαύρης Θάλασσας, περνώντας από την ελληνική στη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή περίοδο και διατηρώντας επαφές με τους λαούς της ευρύτερης περιοχής. Η αξία του μνημείου δεν βρίσκεται μόνο στα ερείπια της πόλης, αλλά και στη σπάνια διατήρηση του αρχαίου αγροτικού τοπίου — ενός δικτύου καλλιεργήσιμων εκτάσεων που δείχνει πώς μια ελληνική πόλη οργάνωνε την παραγωγή, το εμπόριο και την καθημερινή ζωή της.
Το μνημείο εγγράφηκε το 2013 στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ως μνημείο της Ουκρανίας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2014, η Ρωσία προσάρτησε παράνομα την Κριμαία και ανέλαβε τον έλεγχο της περιοχής. Έκτοτε, δεν έχει καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση επίσημης αποστολής επιτόπιας παρακολούθησης και η κατάσταση του χώρου εξετάζεται κυρίως μέσω δορυφορικών εικόνων και άλλων μορφών εξ αποστάσεως τεκμηρίωσης.
Οι απειλές που οδήγησαν στη νέα απόφαση δεν περιορίζονται στις φθορές ενός μνημείου μέσα σε εμπόλεμη περιοχή. Η έκθεση που κατέθεσε η Ουκρανία για την κατάσταση διατήρησης του αρχαιολογικού χώρου καταγράφει εκτεταμένες ανασκαφές χωρίς την άδεια ή την εποπτεία των ουκρανικών αρχών και διεθνών παρατηρητών. Η κλίμακα και η ταχύτητα των εργασιών, σύμφωνα με την έκθεση, εγείρουν φόβους ότι αρχαιολογικά στρώματα καταστράφηκαν ή απομακρύνθηκαν μαζικά.
Ευρήματα από την ελληνική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή και τη μεσαιωνική περίοδο φέρεται επίσης να απομακρύνθηκαν από τον χώρο και να μεταφέρθηκαν στη Ρωσία χωρίς την έγκριση της Ουκρανίας. Άλλα αντικείμενα, που δεν θεωρήθηκαν κατάλληλα για μουσειακή έκθεση, φέρεται να κατέληξαν σε χώρους απόρριψης γύρω από τη Σεβαστούπολη, με αποτέλεσμα να χαθούν όχι μόνο τα ίδια τα ευρήματα αλλά και το αρχαιολογικό τους πλαίσιο.
Πάνω και γύρω από τα αρχαία ερείπια δημιουργήθηκε παράλληλα το συγκρότημα της «Νέας Χερσονήσου», ένα μεγάλο ιστορικό και αρχαιολογικό πάρκο με καινούργια μουσεία, εγκαταστάσεις για επισκέπτες, μοναστηριακό συγκρότημα και υπαίθριο θέατρο. Οι κατασκευές επεκτάθηκαν τόσο στον πυρήνα του μνημείου όσο και στην περιμετρική ζώνη προστασίας του, αλλοιώνοντας το έδαφος και την εικόνα του αρχαίου τοπίου.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο τι χτίστηκε πάνω στις αρχαιότητες. Είναι και η ιστορία που χτίστηκε γύρω τους.
Μετά το 2014, η διαχείριση του μνημείου πέρασε σε ρωσικούς κρατικούς και εκκλησιαστικούς φορείς. Στον φάκελο που υποβλήθηκε στην UNESCO αναφέρεται ότι αρχαιολόγοι και συντηρητές έχουν παραμεριστεί, ενώ δραστηριότητες στον χώρο κατευθύνονται από πρόσωπα που συνδέονται με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και με φορείς της επίσημης ιστορικής πολιτικής.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, η σημερινή διαχείριση δίνει προτεραιότητα στην τουριστική υποδομή, στις εθνικιστικές αφηγήσεις και ακόμη και σε στρατιωτικές ή θρησκευτικές εκδηλώσεις, αντί στη συντήρηση του αρχαιολογικού χώρου. Τελετές, παραστάσεις και επισκέψεις υψηλόβαθμων Ρώσων αξιωματούχων συνοδεύονται συχνά από προσωρινές σκηνές, φωτιστικές εγκαταστάσεις και περιορισμούς στην πρόσβαση του κοινού.
Η Χερσόνησος παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως το «λίκνο» της ρωσικής Ορθοδοξίας και του ρωσικού κράτους, λόγω της παράδοσης που θέλει τον Βλαδίμηρο Α΄ του Κιέβου να βαφτίστηκε εκεί τον 10ο αιώνα. Η συγκεκριμένη περίοδος αποτελεί αναμφίβολα μέρος της ιστορίας του τόπου. Όταν όμως προβάλλεται ως η μοναδική του ταυτότητα, η ελληνική πόλη, η ρωμαϊκή παρουσία, η βυζαντινή κληρονομιά και οι αιώνες πολιτισμικών ανταλλαγών συμπιέζονται σε έναν ενιαίο ρωσικό ιδρυτικό μύθο.
Η Ρωσία απέρριψε την απόφαση, χαρακτηρίζοντάς την προϊόν πολιτικοποίησης. Ο εκπρόσωπός της στην UNESCO υποστήριξε ότι οι ρωσικές αρχές κάνουν ό,τι είναι δυνατό για τη διατήρηση της αρχαίας πόλης, ότι η Μόσχα τηρεί τις υποχρεώσεις της βάσει της Σύμβασης Παγκόσμιας Κληρονομιάς και ότι δεν αναγνωρίζει την εγγραφή του μνημείου στον κατάλογο κινδύνου.
Η ένταξη στον κατάλογο δεν αποτελεί κύρωση ούτε δίνει στην UNESCO εξουσία να επέμβει στον χώρο. Αναγνωρίζει, όμως, επισήμως ότι απειλούνται τα χαρακτηριστικά στα οποία στηρίζεται η παγκόσμια αξία του μνημείου και μπορεί να κινητοποιήσει διεθνή υποστήριξη, τεχνική βοήθεια και στενότερη παρακολούθηση.
Η Χερσόνησος η Ταυρική κινδυνεύει έτσι δύο φορές: ως αρχαιολογικός τόπος που σκάβεται και αναδιαμορφώνεται χωρίς διεθνή εποπτεία και ως ιστορία που πρέπει να χωρέσει σε έναν εθνικό μύθο. Η UNESCO δεν μπορεί να σταματήσει έναν εκσκαφέα ούτε να επιβάλει ποια αφήγηση θα επικρατήσει. Μπορεί, όμως, να καταγράψει ότι εδώ δεν απειλούνται μόνο αρχαίες πέτρες, αλλά το δικαίωμα ενός μνημείου να παραμείνει πιο σύνθετο από την αφήγηση που θέλει να το καταπιεί.
με στοιχεία από The Art Newspaper, AFP και την Εθνική Επιτροπή της Ουκρανίας για την UNESCO.

