Το μεγάλο μη επανδρωμένο αεροσκάφος κινήθηκε στα 17.000 πόδια, πλησίασε την τερματική περιοχή του αεροδρομίου της Αλεξανδρούπολης και προκάλεσε την απογείωση ελληνικών F-16 – Οι δυνατότητες του ισχυρότερου επιχειρησιακού drone της Τουρκίας.
Συναγερμός σήμανε το πρωί της Παρασκευής στην Πολεμική Αεροπορία, όταν μεγάλο τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος εισήλθε στο FIR Αθηνών και, σύμφωνα με τις ελληνικές αναφορές, παραβίασε τον Εθνικό Εναέριο Χώρο στην περιοχή του βορειοανατολικού Αιγαίου.
Το UAV καταγράφηκε να κινείται στα 17.000 πόδια, δηλαδή σε ύψος περίπου 5.180 μέτρων, πάνω από το Θρακικό Πέλαγος και στη θαλάσσια ζώνη μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου. Για την αναγνώριση και την αναχαίτισή του απογειώθηκε ζεύγος ελληνικών F-16, το οποίο το παρακολούθησε μέχρι την απομάκρυνσή του προς τα τουρκικά παράλια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το drone φέρεται να πλησίασε την τερματική περιοχή του αεροδρομίου «Δημόκριτος» της Αλεξανδρούπολης, την ώρα που βρισκόταν σε διαδικασία απογείωσης επιβατικό αεροσκάφος. Στην πολιτική πτήση δόθηκαν προληπτικά οδηγίες για διαφορετική πορεία και ασφαλή διαχωρισμό, χωρίς, σύμφωνα με τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, να υπάρξει κίνδυνος για τους επιβάτες.
Οι πρώτες επίσημες και δημοσιογραφικές αναφορές περιέγραφαν απλώς ένα «μεγάλου μεγέθους τουρκικό UAV». Ωστόσο, εξειδικευμένες αμυντικές πηγές το ταυτοποιούν ως Bayraktar AKINCI, με το ηλεκτρονικό ίχνος του να εμφανίζεται με το διακριτικό «DOGUS». Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως ο τύπος από το ΓΕΕΘΑ, επομένως η ταυτοποίηση ως AKINCI πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ισχυρή πληροφορία και όχι ακόμη ως επίσημη επιβεβαίωση.
Αξίζει επίσης να γίνει μία απαραίτητη διάκριση. Η είσοδος ενός στρατιωτικού αεροσκάφους στο FIR Αθηνών χωρίς σχέδιο πτήσης καταγράφεται ως παράβαση των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας. Δεν ταυτίζεται από μόνη της με παραβίαση εθνικής κυριαρχίας. Παραβίαση του Εθνικού Εναέριου Χώρου υπάρχει όταν το αεροσκάφος εισέλθει εντός των ορίων του ελληνικού εναέριου χώρου, κάτι που, σύμφωνα με τις ελληνικές αναφορές για το συγκεκριμένο περιστατικό, συνέβη.
Το AKINCI και οι δυνατότητές του
Το Bayraktar AKINCI δεν είναι ένα συνηθισμένο drone επιτήρησης. Ανήκει στην κατηγορία των βαρέων μη επανδρωμένων αεροσκαφών μάχης μεγάλου ύψους και μεγάλης παραμονής και αποτελεί σήμερα μία από τις ισχυρότερες επιχειρησιακές πλατφόρμες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.
Εντάχθηκε επίσημα στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις το 2021 και σχεδιάστηκε για αποστολές στρατηγικής επιτήρησης, συλλογής πληροφοριών, αναγνώρισης, ηλεκτρονικού πολέμου, στοχοποίησης και προσβολής στόχων σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.
Έχει μήκος 12,2 μέτρα, ύψος 4,1 μέτρα και άνοιγμα πτερύγων 20 μέτρα. Το μέγιστο βάρος απογείωσης φτάνει τους έξι τόνους, ενώ μπορεί να μεταφέρει ωφέλιμο φορτίο έως 1.500 κιλά. Πρόκειται, επομένως, για αεροσκάφος με διαστάσεις και βάρος που απέχουν πολύ από την εικόνα ενός μικρού τηλεκατευθυνόμενου drone.
Η πρόωσή του εξασφαλίζεται από δύο turboprop κινητήρες. Ανάλογα με την έκδοση AKINCI-A, AKINCI-B ή AKINCI-C, η ισχύς μπορεί να φτάνει τους 450, 750 ή 850 ίππους ανά κινητήρα. Η δικινητήρια διάταξη προσφέρει μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα, υψηλότερες επιδόσεις και αυξημένη ασφάλεια σε αποστολές μεγάλης διάρκειας.
Η επιχειρησιακή του οροφή βρίσκεται στα 30.000 πόδια, περίπου 9.150 μέτρα, ενώ η μέγιστη οροφή πτήσης φτάνει τα 40.000 πόδια ή περίπου 12.200 μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι η πτήση στα 17.000 πόδια πάνω από το Θρακικό Πέλαγος πραγματοποιήθηκε αρκετά χαμηλότερα από τις μέγιστες δυνατότητές του.
Η αυτονομία του ξεπερνά τις 24 ώρες, ενώ η Baykar αναφέρει επιχειρησιακή εμβέλεια έως 6.000 χιλιόμετρα. Η ταχύτητα πλεύσης είναι περίπου 150 κόμβοι, σχεδόν 278 χλμ./ώρα, και η μέγιστη ταχύτητα μπορεί να φτάσει τους 240 κόμβους, δηλαδή περίπου 445 χλμ./ώρα.
Το AKINCI διαθέτει αυτόματο σύστημα απογείωσης, προσγείωσης, τροχοδρόμησης και πτήσης, τριπλό εφεδρικό αυτόματο πιλότο και δυνατότητα ελέγχου τόσο μέσω επίγειου σταθμού όσο και μέσω δορυφορικής σύνδεσης SATCOM. Η δορυφορική επικοινωνία τού επιτρέπει να επιχειρεί πέρα από την άμεση οπτική επαφή με τον σταθμό ελέγχου, χωρίς να περιορίζεται σε μία ακτίνα μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός του μπορεί να περιλαμβάνει ηλεκτροοπτική και υπέρυθρη κάμερα μεγάλης εμβέλειας, αποστασιόμετρο και καταδείκτη λέιζερ, ραντάρ συνθετικού ανοίγματος, συστήματα εντοπισμού κινούμενων στόχων, εξοπλισμό συλλογής ηλεκτρονικών πληροφοριών SIGINT και συστήματα υποστήριξης ηλεκτρονικού πολέμου.
Παράλληλα εξελίσσεται η ενσωμάτωση του τουρκικού ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης AESA MURAD 100-A. Ένα τέτοιο ραντάρ μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ικανότητα αποκάλυψης εναέριων και επίγειων στόχων, τη χαρτογράφηση περιοχών και τη λειτουργία του AKINCI ως εναέριου κόμβου πληροφοριών.
Η μεγάλη μεταφορική του ικανότητα επιτρέπει την τοποθέτηση διαφορετικών αισθητήρων και οπλικών συστημάτων στην ίδια αποστολή. Μπορεί να φέρει τα κατευθυνόμενα πυρομαχικά MAM-C, MAM-L και MAM-T, αντιαρματικούς πυραύλους, κατευθυνόμενες βόμβες της οικογένειας Mk-81, Mk-82 και Mk-83, καθώς και μεγαλύτερα όπλα προσβολής από απόσταση.
Στις δυνατότητές του περιλαμβάνεται η μεταφορά του υπερηχητικού αεροβαλλιστικού πυραύλου UAV-230, με εμβέλεια άνω των 150 χιλιομέτρων, αλλά και πυραύλων cruise όπως οι SOM και ÇAKIR. Προβλέπεται επίσης η χρήση τουρκικών πυραύλων αέρος-αέρος, στοιχείο που επιτρέπει στο AKINCI να αναλαμβάνει ένα μέρος αποστολών οι οποίες μέχρι πρόσφατα εκτελούνταν αποκλειστικά από επανδρωμένα μαχητικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο AKINCI πετούσε οπλισμένο. Από το δημόσια διαθέσιμο ίχνος και μόνο δεν μπορεί να προσδιοριστεί ούτε ο οπλισμός ούτε το πακέτο αισθητήρων που μετέφερε. Με βάση το προφίλ της πτήσης, είναι πιθανότερο να εκτελούσε αποστολή επιτήρησης, συλλογής πληροφοριών και ελέγχου των ελληνικών αντανακλαστικών. Χωρίς φωτογραφική αναγνώριση ή επίσημα στρατιωτικά στοιχεία, οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα για το φορτίο του θα ήταν αυθαίρετο.
Η απογείωση των ελληνικών F-16 δεν σημαίνει ότι υπήρξε αερομαχία. Στην περίπτωση ενός αργού UAV, η αναχαίτιση περιλαμβάνει εντοπισμό, προσέγγιση, αναγνώριση, οπτική επιβεβαίωση και παρακολούθηση μέχρι την έξοδό του από την επίμαχη περιοχή. Τα μαχητικά διαθέτουν πολύ μεγάλη υπεροχή ταχύτητας, όμως το πλεονέκτημα του drone είναι ότι μπορεί να παραμένει στον αέρα επί πολλές ώρες χωρίς να εκθέτει σε κίνδυνο ανθρώπινο πλήρωμα.
Ποια άλλα drones χρησιμοποιεί η Τουρκία
Ο βασικός κορμός του τουρκικού στόλου αποτελείται από το Bayraktar TB2, το πιο γνωστό τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Είναι πολύ μικρότερο από το AKINCI, με μέγιστο βάρος απογείωσης 700 κιλά, ωφέλιμο φορτίο 150 κιλά, άνοιγμα πτερύγων 12 μέτρα και επιχειρησιακό ύψος 16.000 ποδών. Χρησιμοποιείται για επιτήρηση και προσβολή στόχων με ελαφρά κατευθυνόμενα πυρομαχικά και υπηρετεί στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία, στον Στρατό, στη Χωροφυλακή, στην Αστυνομία και στις υπηρεσίες πληροφοριών.

Σε υπηρεσία βρίσκεται και το TAI ANKA, μαζί με τη δορυφορικά ελεγχόμενη έκδοση ANKA-S. Έχει άνοιγμα πτερύγων 17,5 μέτρα, μέγιστο βάρος απογείωσης 1.700 κιλά, ωφέλιμο φορτίο άνω των 350 κιλών και αυτονομία έως 30 ώρες. Χρησιμοποιείται σε αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης, ηλεκτρονικών πληροφοριών και προσβολής στόχων.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το δικινητήριο TAI AKSUNGUR, με άνοιγμα πτερύγων 24 μέτρα, βάρος απογείωσης 3.300 κιλά και ωφέλιμο φορτίο άνω των 750 κιλών. Μπορεί να παραμείνει στον αέρα έως 50 ώρες και να φτάσει τα 40.000 πόδια. Χρησιμοποιείται από τις τουρκικές δυνάμεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας για επιτήρηση μεγάλων περιοχών, θαλάσσια αναγνώριση, έρευνα και διάσωση, συλλογή πληροφοριών και ένοπλες αποστολές.
Στο τακτικό επίπεδο η Τουρκία χρησιμοποιεί μικρότερα συστήματα όπως το αναγνωριστικό TOGAN, το BOYGA που μπορεί να ρίχνει τροποποιημένα πυρομαχικά όλμων και το KARGU, ένα περιφερόμενο πυρομαχικό κάθετης απογείωσης, γνωστό και ως «drone καμικάζι». Από το 2025 έχει ενταχθεί στο τουρκικό οπλοστάσιο και το μικρό σταθερής πτέρυγας περιφερόμενο πυρομαχικό ALPAGU.
Παράλληλα βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια δοκιμών και ανάπτυξης το Bayraktar TB3, το οποίο σχεδιάζεται για επιχειρήσεις από το ελικοπτεροφόρο TCG Anadolu, το μη επανδρωμένο μαχητικό Bayraktar KIZILELMA και το αεριωθούμενο, χαμηλής παρατηρησιμότητας TAI ANKA III. Τα τρία αυτά συστήματα δεν πρέπει ακόμη να συγχέονται με τον πλήρως επιχειρησιακό κορμό των TB2, ANKA, AKSUNGUR και AKINCI.
Το περιστατικό στο Θρακικό Πέλαγος δείχνει ότι η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει πλέον τα UAV ως συμπληρωματικά μέσα. Τα χρησιμοποιεί για μόνιμη παρουσία, επιτήρηση, συλλογή ηλεκτρονικών πληροφοριών και δοκιμή των χρόνων αντίδρασης της ελληνικής αεράμυνας, περιορίζοντας ταυτόχρονα το πολιτικό και ανθρώπινο κόστος που θα είχε μία αντίστοιχη αποστολή με επανδρωμένο αεροσκάφος.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον επιβεβαιωθεί οριστικά ότι επρόκειτο για AKINCI, η επιλογή του συγκεκριμένου τύπου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν μιλάμε για ένα απλό αναγνωριστικό drone, αλλά για μία μεγάλη στρατηγική πλατφόρμα, ικανή να παρακολουθεί για ώρες μία περιοχή, να συλλέγει πληροφορίες, να μεταφέρει ραντάρ και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και, όταν απαιτηθεί, να φέρει βαρύ οπλισμό μεγάλου βεληνεκούς.
Πηγή: https://www.newsauto.gr/mirror/afto-ine-to-tourkiko-drone-pou-petaxe-metaxi-samothrakis-ke-limnou/
