Ο καθηγητής εξήγησε γιατί η ακριβής πρόγνωση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, ανέλυσε τους παράγοντες που καθορίζουν την εκδήλωση μιας πλημμύρας και περιέγραψε τη συνεργασία της επιστημονικής κοινότητας με την Πολιτική Προστασία, τις Περιφέρειες και τους Δήμους.
Παράλληλα, αναγνώρισε την πρόοδο της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, λέγοντας ότι «έχει κάνει άλματα μπροστά», αλλά διατύπωσε συγκεκριμένες επισημάνσεις για τον Δήμο Ρόδου. Σύμφωνα με όσα δήλωσε, η πόλη εξακολουθεί να έχει σχέδιο πολιτικής προστασίας του 1999, το οποίο δεν έχει επικαιροποιηθεί, ενώ στο Μόντε Σμιθ δεν έχουν γίνει οι παρεμβάσεις που απαιτούνται απέναντι στον κίνδυνο κατολισθήσεων, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Ο Δήμος Ρόδου δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα”.
«Δεν πρέπει να υποτιμούμε τα φαινόμενα»
Η συζήτηση ξεκίνησε από την ανθρώπινη απώλεια, με τον κ. Λέκκα να υπογραμμίζει ότι οι πολίτες δεν πρέπει να υποτιμούν την επικινδυνότητα των φαινομένων, ακόμη κι όταν θεωρούν ότι μπορούν να τα αντιμετωπίσουν ή ότι δεν θα κινδυνεύσουν οι ίδιοι.
«Όσο και να μας φαίνονται απλά, όσο και να μας φαίνεται ότι δεν πρόκειται να συμβεί σε μας, δεν πρέπει να υποτιμούμε», τόνισε.
Όπως ανέφερε, στις συνεδριάσεις του συντονιστικού οργάνου πριν και κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας επαναλαμβανόταν η ανάγκη περιορισμού των μετακινήσεων στο ελάχιστο δυνατό. Το μήνυμα αυτό μεταφερόταν τόσο μέσω του 112 όσο και μέσω των φορέων που είναι αρμόδιοι για την ενημέρωση του πληθυσμού.
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, όπως προέκυψε από την τοποθέτησή του, αποτελεί τον βασικό στόχο της προετοιμασίας και του συντονισμού, ιδιαίτερα όταν η εξέλιξη μιας κακοκαιρίας μπορεί να ξεπεράσει τις αρχικές εκτιμήσεις.
Η Ρόδος πέρασε και το μωβ: «Δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε»
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ περιέγραψε την εικόνα που είχαν οι επιστήμονες από το ΕΣΚΕΔΙΚ, παρακολουθώντας τις βροχοπτώσεις στη Ρόδο:
«Δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε».
Στάθηκε ιδιαίτερα στη μεγάλη ποσότητα νερού που έπεφτε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και στην ένταση που αποτυπωνόταν στους χάρτες παρακολούθησης:
«Έφτασε στο πορτοκαλί, στο κόκκινο, στο μωβ, και τελικά δεν υπήρχε άλλο χρώμα να βάψει την περιοχή».
Η περιγραφή του αφορούσε τη χρωματική απεικόνιση των βροχοπτώσεων, η οποία, όπως εξήγησε, ξεπερνούσε διαδοχικά τα όριά της καθώς εξελισσόταν το φαινόμενο.
Ο κ. Λέκκας σημείωσε ότι η νέα κακοκαιρία είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις πλημμύρες του 2013 και του 2024. Εκείνα τα δύο γεγονότα παρουσίαζαν, κατά την εκτίμησή του, ομοιότητες ως προς τα ύψη βροχής και την περιοχή εκδήλωσης, με επίκεντρο την Ιαλυσό και τις βορειοδυτικές ακτές. Αυτή τη φορά, οι μεγάλες εντάσεις εντοπίστηκαν στην ανατολική πλευρά, από την περιοχή Αφάντου προς τη Λίνδο.
Χαρακτήρισε, μάλιστα, το τωρινό γεγονός «υπερδιπλάσιο».
Όπως είπε, η φύση πλέον εκπλήσσει ακόμη και ανθρώπους με πολυετή επιστημονική εμπειρία: «Βλέπουμε πράγματα που δεν τα έχουμε δει άλλη φορά», ανέφερε, υπενθυμίζοντας ότι ασχολείται με τις φυσικές καταστροφές εδώ και 40–45 χρόνια.
Γιατί η πρόγνωση μπορεί να ανατραπεί την τελευταία στιγμή
Ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη δυσκολία να προσδιοριστεί με ακρίβεια η κατανομή μιας τόσο έντονης βροχόπτωσης.
Όπως εξήγησε, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι πολλά: πόσο νερό θα πέσει, σε πόσες ώρες, με ποια ραγδαιότητα και, κυρίως, σε ποιο ακριβώς σημείο. Διαφορετικές συνέπειες έχει η βροχή όταν πέφτει στον Ατάβυρο ή στον Προφήτη Ηλία και διαφορετικές όταν συγκεντρώνεται στις ανατολικές ακτές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και με τη χρήση προγνωστικών μοντέλων, μια μεταβολή στην ατμόσφαιρα μπορεί να αλλάξει την εξέλιξη «τα τελευταία λεπτά, τα τελευταία δευτερόλεπτα που λέει ο λόγος».
Η δυσκολία δεν περιορίζεται στην κατανομή της βροχής μέσα στη Ρόδο. Αφορά και το ποιο νησί θα βρεθεί τελικά στο επίκεντρο: η Ρόδος, η Σύμη ή η Χάλκη.
«Είναι πάρα πολύ εξαιρετικά δύσκολο να κάνουμε προγνώσεις αυτού του επιπέδου», τόνισε, αναφερόμενος στην απαιτούμενη τοπική ακρίβεια.
Αυτό εξηγεί και γιατί η ετοιμότητα χρειάζεται να καλύπτει ευρύτερες περιοχές, ακόμη κι αν τελικά η μεγάλη επιβάρυνση συγκεντρωθεί σε ένα μόνο νησί. Η επιστημονική παρακολούθηση, όπως περιέγραψε, επιτρέπει την αναγνώριση μιας επικίνδυνης κατάστασης, αλλά δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα για την ακριβή θέση και ένταση της εκδήλωσής της.
Η ίδια βροχή δεν προκαλεί παντού την ίδια πλημμύρα
Πέρα από την πρόγνωση, ο κ. Λέκκας ανέλυσε γιατί κάθε περιοχή αντιδρά διαφορετικά στις βροχοπτώσεις.
Η μορφολογία του εδάφους, το γεωλογικό υπόβαθρο και το υδρογραφικό δίκτυο καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κίνηση του νερού. Ως παράδειγμα ανέφερε τις διαφορές ανάμεσα στον Αρχάγγελο και τα Αφάντου: στην πρώτη περίπτωση αναφέρθηκε στο ασβεστολιθικό υπόβαθρο, ενώ στη δεύτερη στα μεταλπικά ιζήματα, τα οποία, όπως εξήγησε, δεν απορροφούν το νερό με τον ίδιο τρόπο.
Ακόμη και γειτονικές περιοχές μπορεί να παρουσιάζουν ουσιαστικά διαφορετική συμπεριφορά. Οι κλίσεις, τα βουνά, οι μορφολογικές ασυνέχειες και οι διαδρομές απορροής δημιουργούν διαφορετικές συνθήκες πλημμυρικού κινδύνου.
Σε αυτούς τους παράγοντες προστίθενται οι ανθρώπινες παρεμβάσεις. Ο καθηγητής αναφέρθηκε σε ξενοδοχεία πάνω σε ρέματα, δρόμους που αποκόπτουν το υδρογραφικό δίκτυο και έργα υποδομής που μεταβάλλουν τη φυσική κίνηση του νερού, φέρνοντας παραδείγματα από την Κρήτη και άλλες περιοχές.
Η αποτίμηση του κινδύνου, επομένως, απαιτεί να εξετάζεται το σύνολο αυτών των δεδομένων, προκειμένου να περιοριστούν τόσο οι ζημιές όσο και, πρωτίστως, οι ανθρώπινες απώλειες.
Πώς λειτουργεί ο κεντρικός συντονισμός
Αναλυτική ήταν η περιγραφή του για τη διαδικασία που προηγείται της εκδήλωσης μιας κακοκαιρίας και συνεχίζεται όσο αυτή εξελίσσεται.
Όπως ανέφερε, επιστημονική ομάδα με συμμετοχή εκπροσώπων από πολλά πανεπιστήμια της χώρας εξετάζει τα δεδομένα ημέρες πριν, παρακολουθεί την πορεία των συστημάτων και αποτιμά τις πιθανές επιπτώσεις.
Στη συνέχεια, οι επιστημονικές εκτιμήσεις μεταφέρονται στο κεντρικό συντονιστικό όργανο. Εκεί συμμετέχουν η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου, η Πυροσβεστική, η Αστυνομία, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι φορείς.
Ο κ. Λέκκας ανέφερε ότι στις συνεδριάσεις των ημερών της κακοκαιρίας συμμετείχαν περίπου 30 άτομα, ενώ η μικρότερη επιστημονική ομάδα που επεξεργαζόταν τα στοιχεία αριθμούσε έξι έως επτά μέλη. Επιβεβαίωσε επίσης τη συμμετοχή της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου στη διαδικασία.
Με βάση τις εισηγήσεις συζητούνται τα μέτρα, οι ενέργειες κάθε φορέα και οι ειδοποιήσεις μέσω του 112. Κατά την περιγραφή του, διαμορφώνεται έτσι μια αλυσίδα ενημέρωσης, αποφάσεων και επιχειρησιακής ετοιμότητας.
«Να μειώσουμε τις επιπτώσεις, όσο μπορούμε να τα καταφέρουμε, γιατί η φύση μας ξεπερνάει», είπε, προσδιορίζοντας τον στόχο αυτής της συνεργασίας.

«Η Περιφέρεια έχει κάνει άλματα μπροστά»
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ αναγνώρισε τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει στη Ρόδο και στάθηκε στην πρόοδο της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
«Η Περιφέρεια έχει κάνει άλματα μπροστά», ανέφερε χαρακτηριστικά, διαχωρίζοντας αυτή την πρόοδο από τις εκκρεμότητες που εντόπισε σε επίπεδο Δήμου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πρόγραμμα αποτίμησης του πλημμυρικού κινδύνου που έχει πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με την Περιφέρεια και εξειδικευμένους επιστημονικούς φορείς, μεταξύ των οποίων το Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο.
«Ξέρουμε ακριβώς στη Ρόδο πού είναι τα κρίσιμα σημεία της πλημμύρας», τόνισε.
Όπως εξήγησε, αυτή η γνώση αποτελεί ουσιαστική βάση για τον σχεδιασμό των επόμενων ενεργειών. Η αποτύπωση των κινδύνων επιτρέπει να προσδιοριστούν οι ανάγκες και να προσαρμοστεί η προστασία στα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής: «Όταν ξέρεις με τι έχεις να κάνεις, προσαρμόζεσαι».
Πόλη της Ρόδου: «Δεν μπορεί να έχει το σχέδιο του 1999»
Σαφείς ήταν οι επισημάνσεις του για την ανάγκη κινητοποίησης του Δήμου Ρόδου, με ιδιαίτερη αναφορά στον σχεδιασμό πολιτικής προστασίας της πόλης.
«Δεν μπορεί η Ρόδος, η πόλη της Ρόδου, να έχει το σχέδιο πολιτικής προστασίας που είχε γίνει από τον τότε δήμαρχο Γιώργο Γιαννόπουλο το 1999», δήλωσε.
Στη διευκρινιστική ερώτηση αν το σχέδιο δεν έχει αναθεωρηθεί και αν η πόλη εξακολουθεί να στηρίζεται στα δεδομένα εκείνης της περιόδου, απάντησε: «Ακριβώς, ακριβώς, ναι».
«Δεν μπορεί να πάμε έτσι», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος έχει σαφείς αρμοδιότητες και ευθύνες, όπως αντίστοιχα η Περιφέρεια και η κεντρική διοίκηση.
Η αναφορά του αφορούσε την ανάγκη προετοιμασίας τόσο για τους σεισμούς όσο και για τις πλημμύρες. Όπως επισήμανε, παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο νησί, απομένει δουλειά και «κυρίως πρέπει να κινηθεί ο Δήμος».
Μόντε Σμιθ: Δύο χρόνια χωρίς παρεμβάσεις, παρά τις προειδοποιήσεις
Στο Μόντε Σμιθ ο κ. Λέκκας εντόπισε μια συγκεκριμένη εκκρεμότητα, για την οποία, όπως είπε, είχε ήδη προειδοποιήσει τον Δήμο.
Περιγράφοντας τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν η περιοχή δεχόταν τη βροχή που έπεσε στην άλλη πλευρά του νησιού, ανέφερε:
«Στο Μόντε Σμιθ θα είχαμε κατολισθήσεις, θα είχε φύγει όλος ο δρόμος στη θάλασσα. Εδώ και δύο χρόνια δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα».
Όταν η συζήτηση επανήλθε στο συγκεκριμένο σημείο και στην απουσία προόδου, επανέλαβε: «Δεν έγινε απολύτως τίποτα».
Η προειδοποίησή του αφορούσε τον κίνδυνο κατολισθήσεων υπό συνθήκες έντονης βροχόπτωσης και τις πιθανές συνέπειες για τον δρόμο. Με αυτή την αναφορά έθεσε το ζήτημα της προστασίας μιας περιοχής στην οποία, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, ο κίνδυνος έχει ήδη επισημανθεί.
«Πρέπει να λέμε και τα καλά και τα κακά», σημείωσε, αναγνωρίζοντας τις σημαντικές παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη Ρόδο, αλλά επιμένοντας ότι οι εκκρεμότητες πρέπει να αναδεικνύονται και να αντιμετωπίζονται.
Ειδικά σχέδια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες κάθε περιοχής
Ο καθηγητής υπογράμμισε την ανάγκη επανεξέτασης των κινδύνων στη Ρόδο, στα υπόλοιπα νησιά και συνολικά στη χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην επεξεργασία ειδικών προδιαγραφών για σχέδια πολιτικής προστασίας που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε Δήμου και κάθε περιοχής.
Όπως εξήγησε, τα γενικά σχέδια παρέχουν τη βάση και τη συνολική διάταξη, όμως απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση. Οι διαφορές μεταξύ Αφάντου, Αρχαγγέλου, Λίνδου και πόλης της Ρόδου καθιστούν αναγκαία την προσαρμογή των ενεργειών στα επιμέρους χαρακτηριστικά τους.
Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στη νησιωτική Ελλάδα, λόγω της γεωμορφολογικής ποικιλίας της.
«Έχουμε δουλειά ακόμα, έχουμε πετύχει πάρα πολλά πράγματα, αλλά πρέπει να κάνουμε δουλειά αυτή τη στιγμή», ανέφερε.
Ελ Νίνιο: «Θα δούμε πράγματα τα οποία δεν έχουμε διανοηθεί»
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο κ. Λέκκας ρωτήθηκε για το Ελ Νίνιο και τις επιπτώσεις του στις καιρικές συνθήκες διεθνώς.
Περιέγραψε την επίδρασή του ως «ανατροπή στις καιρικές συνθήκες πολλών περιοχών πάνω στον πλανήτη», διευκρινίζοντας ότι άλλες περιοχές επηρεάζονται άμεσα και άλλες έμμεσα.
Για την Ελλάδα σημείωσε: «Ευτυχώς εδώ στη χώρα μας δεν επηρεαζόμαστε άμεσα», ενώ εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις σε άλλες περιοχές του κόσμου.
«Θα δούμε πράγματα τα οποία δεν έχουμε διανοηθεί», ήταν η χαρακτηριστική εκτίμησή του.
Στην εξήγησή του συνέδεσε τις υψηλές θερμοκρασίες με την εξάτμιση και τις βροχοπτώσεις, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για αλληλένδετες διεργασίες. Πρόσθεσε ότι η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί την εξέλιξη του φαινομένου, προσπαθώντας να εκτιμήσει την πορεία και τις συνέπειές του.
Από τη γνώση του κινδύνου στην έγκαιρη παρέμβαση
Η συνολική τοποθέτηση του προέδρου του ΟΑΣΠ ανέδειξε τόσο την πρόοδο στον συντονισμό και στην επιστημονική αποτίμηση των κινδύνων όσο και τις εκκρεμότητες στην τοπική προετοιμασία.
Η αβεβαιότητα για το πού ακριβώς θα εκδηλωθεί η μεγαλύτερη ένταση μιας κακοκαιρίας αυξάνει την ανάγκη έγκαιρης προστασίας των ευάλωτων σημείων. Στη Ρόδο, σύμφωνα με τον ίδιο, πολλά από αυτά τα σημεία είναι ήδη γνωστά.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι αναφορές του στο σχέδιο του 1999 για την πόλη και στην απουσία παρεμβάσεων στο Μόντε Σμιθ θέτουν συγκεκριμένα ερωτήματα προς τον Δήμο Ρόδου: ποιες ενέργειες έχουν δρομολογηθεί, με ποιο χρονοδιάγραμμα και πώς θα αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που έχουν ήδη επισημανθεί, πριν από την επόμενη δοκιμασία.

