Γελάμε. Ή τουλάχιστον, γελούσαμε μέχρι χθες, θεωρώντας το άλλη μια ελληνική πονηριά, άλλο ένα «επιχειρηματικό κολπάκι» σε μια αγορά που έχει μάθει να ζει στα γκρίζα νερά της παρανομίας. Η είδηση ότι η Pizza Fan –ένα δίκτυο κολοσσός με περίπου 100 καταστήματα ανά την Ελλάδα– βρέθηκε στο επίκεντρο τεράστιου σκανδάλου φοροδιαφυγής, με το ποσό του ΦΠΑ που δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο να αγγίζει τα 25 εκατομμύρια ευρώ, αντιμετωπίστηκε αρχικά με την κυνική αδιαφορία που έχει γίνει πια δεύτερη φύση μας.
Του Μανώλη Παπάζογλου:
Μόνο που εδώ δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το αστείο
Αυτό το ιλιγγιώδες νούμερο των 25.000.000 ευρώ δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε μια δικογραφία ή μια τρύπα στα κρατικά ταμεία. Είναι η απόδειξη ενός προαναγγελθέντος οικονομικού εγκλήματος. Είναι τα χρήματα που επέτρεψαν σε μια αλυσίδα να πουλάει την πίτσα στα 5 ευρώ, συντρίβοντας κάθε έννοια υγιούς ανταγωνισμού, την ώρα που ο συνοικιακός πιτσαδόρος, ο οικογενειάρχης της διπλανής πόρτας, πάλευε να επιβιώσει δίνοντας αγώνα δρόμου για να κρατήσει την επιχείρησή του ανοιχτή.
Η άνιση μάχη: Όταν η παρανομία γίνεται πλεονέκτημα
Ας αναλύσουμε την ωμή πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς την τελευταία εικοσαετία. Πώς μπορούσε μια μεγάλη αλυσίδα να προσφέρει προϊόντα σε τιμές «σκοτωμού», να διαφημίζεται παντού και να επεκτείνεται επιθετικά σε κάθε γωνιά της χώρας; Η απάντηση βρίσκεται τώρα στα επίσημα πορίσματα: όταν δεν πληρώνεις ΦΠΑ και –όπως καταγγέλλεται και φαίνεται– όταν εξοικονομείς πόρους από την ασφάλιση και τα ένσημα του προσωπικού σου, δημιουργείς ένα τεχνητό, ψεύτικο προβάδισμα.
Ο μικροεπιχειρηματίας της γειτονιάς, ο άνθρωπος που σήκωνε ρολά στις 8 το πρωί και τα κατέβαζε στις 2 τα ξημερώματα, πλήρωνε κανονικά το ΦΠΑ του στο τελευταίο σεντ. Πλήρωνε τις εισφορές, τις πρώτες ύλες, τα τιμολόγια, τους φόρους εισοδήματος. Με αυτά τα δεδομένα, το «μαθηματικό» κατώφλι για να βγει το μεροκάματο και να καλυφθούν τα έξοδα ενός συνοικιακού μαγαζιού ήταν αδύνατον να πέσει κάτω από τα 7 ευρώ.
Και τότε εμφανιζόταν η τεράστια αλυσίδα με την πίτσα των 5 ευρώ
Για τον καταναλωτή, φαινομενικά, ήταν μια ευκαιρία. Για την τοπική οικονομία, ήταν μια θανατηφόρα λεπίδα. Ο πελάτης έφευγε από το μαγαζί του γείτονα και πήγαινε στον «οικείο» κολοσσό. Ο μικρός επαγγελματίας άρχισε να γράφει χρέη. Πρώτα στους προμηθευτές, μετά στην εφορία, μετά στα ασφαλιστικά ταμεία. Τα αποθεματικά εξαντλήθηκαν. Τα δάνεια έγιναν «κόκκινα». Και στο τέλος, ήρθε το λουκέτο.
Η ερήμωση των πόλεων και το ανθρώπινό κόστος
Το έγκλημα αυτό δεν περιορίστηκε στους ισολογισμούς. Εκδηλώθηκε με δραματικό τρόπο μέσα στα σπίτια απλών ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Πόσα συνοικιακά μαγαζιά έκλεισαν επειδή δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν μια τιμή που στηριζόταν στη φοροδιαφυγή; Εκατοντάδες. Άνθρωποι με μεράκι, που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε έναν φούρνο, σε μια μικρή πιτσαρία, σε ένα στέκι της γειτονιάς, βρέθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη χρεωμένοι μέχρι το λαιμό. Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, που δεν ήξεραν άλλη δουλειά, είδαν τους κόπους μιας ζωής να εξαφανίζονται επειδή το “παιχνίδι” ήταν στημένο από χέρι.
Το κόστος, όμως, δεν ήταν μόνο οικονομικό, ήταν βαθύτατα ανθρώπινο και ψυχολογικό. Πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους, βλέποντας την επιχείρησή τους να καταστρέφεται και τα χρέη να τους πνίγουν, είδαν την υγεία τους να καταρρέει; Καρδιακά επεισόδια, χρόνια κατάθλιψη, οικογενειακές διαλύσεις, ψυχολογική εξάντληση. Επαγγελματίες που έζησαν την απόλυτη απαξίωση, επειδή απλώς προσπάθησαν να είναι τίμιοι σε μια αγορά όπου η παρανομία του ανταγωνιστή τους επιβραβευόταν με πελατεία και επέκταση.
Ένα συστημικό έγκλημα που απαιτεί κάθαρση
Αυτό που συνέβη με την Pizza Fan δεν είναι μια μεμονωμένη παρατυπία λογιστικής φύσης. Είναι η επιτομή μιας στρεβλής επιχειρηματικότητας που άνθησε στην Ελλάδα της κρίσης και της μετακρίσης. Είναι η στρατηγική της «αρπαχτής» και του αθέμιτου ανταγωνισμού, όπου ο ισχυρός συνθλίβει τον αδύναμο όχι επειδή είναι πιο αποδοτικός ή πιο ποιοτικός, αλλά επειδή απλώς δεν πληρώνει αυτά που του αναλογούν απέναντι στην κοινωνία.
Ενώ τα 25 εκατομμύρια ευρώ λείπουν από τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τις υποδομές μας, οι εμπνευστές αυτής της τακτικής έχτιζαν αυτοκρατορίες πάνω στα αποκαΐδια των τοπικών αγορών.
Είναι λοιπόν καιρός να σταματήσουμε να χαμογελάμε με τέτοιες ειδήσεις. Η φοροδιαφυγή τέτοιας κλίμακας δεν είναι «έξυπνη επιχειρηματικότητα». Είναι κλοπή. Είναι επίθεση εναντίον του κράτους, αλλά κυρίως είναι δολοφονία του διπλανού μας, του μικροεπαγγελματία που πάλεψε τίμια και έχασε τα πάντα επειδή κάποιοι αποφάσισαν να παίξουν χωρίς κανόνες.
Αν η Πολιτεία θέλει να αποκαταστήσει έστω και στο ελάχιστο την αίσθηση της δικαιοσύνης, τα πρόστιμα και οι κυρώσεις πρέπει να είναι παραδειγματικά και εξοντωτικά. Γιατί η γειτονιά, οι άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους, την υγεία τους και το βιός τους, δεν πρόκειται να ξεχάσουν ποτέ ποιοι ήταν αυτοί που τους έκλεψαν το μέλλον για μια φτηνή πίτσα.
(Φωτογραφία AI)
