Διαπιστώσεις και προβληματισμοί που αφορούν όλους μετά το πρόσφατο ακραίο καιρικό φαινόμενο στη Νέα Μαρίνα Ρόδου.
Ζητήματα ασφάλειας, ευθύνης και λειτουργίας λιμενικών υποδομών.
Αυτό που συνέβη ήταν πράγματι ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο, τέτοιας έντασης που αντικειμενικά κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει αποτελεσματικά εκείνες τις ώρες. Δεν γνωρίζω εάν έγιναν όλες οι απαραίτητες ενέργειες ή εάν θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι διαφορετικό, όπως για παράδειγμα η έγκαιρη μετακίνηση σκαφών ιδίως των μεγάλων στον κόλπο της Ιαλυσού, όπως έχει συμβεί και συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις, όταν υπάρχει σχετική πρόβλεψη αρκετές ημέρες πριν για επικίνδυνες καιρικές συνθήκες.
Λυπάμαι ειλικρινά για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, για τις σοβαρές ζημιές και, κυρίως, για τους ανθρώπους που έχασαν τις περιουσίες τους. Σκάφη βυθίστηκαν εντός της Νέας Μαρίνας Ρόδου, ενώ εκτεταμένες ζημιές σημειώθηκαν και στον χώρο του Dry Dock.
Όταν ειδοποιηθήκαμε το βράδυ της Τετάρτης, μέσω της ομάδας «άμεσης ενημέρωσης», περίπου στις 22:00, κατεβήκαμε άμεσα πέντε μέλη του Ροδιακού Ομίλου Ταχυπλόων (Ρ.Ο.ΤΑ.), με ετοιμότητα να προσέλθουν και επιπλέον μέλη, εφόσον κρινόταν αναγκαίο. Από την πρώτη στιγμή, ωστόσο, διαπιστώσαμε ότι οι συνθήκες ήταν απολύτως μη ασφαλείς.
Οποιαδήποτε επιχείρηση εκείνη την ώρα ενείχε σοβαρό κίνδυνο, ακόμη και για απώλεια ανθρώπινης ζωής. Για τον λόγο αυτό, όταν αντιληφθήκαμε το πραγματικό μέγεθος του κινδύνου, αποφασίσαμε να αποχωρήσουμε. Για εμάς, η ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτη και προηγείται κάθε υλικής περιουσίας.
Παρά τα παραπάνω, οφείλω να αναγνωρίσω και να συγχαρώ το προσωπικό της Νέας Μαρίνας Ρόδου, το οποίο επιχειρούσε μέσα σε εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες, στη θάλασσα, με φουσκωτά σκάφη μόλις τριών μέτρων, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο και τη δική του ασφάλεια.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Μετά από αυτό το περιστατικό, η τοπική κοινωνία αλλά και οι ξένοι επισκέπτες οφείλουν να γνωρίζουν την αλήθεια. Η Νέα Μαρίνα Ρόδου, με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι έτοιμη να φιλοξενεί σκάφη καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Οι υφιστάμενες υποδομές δεν ανταποκρίνονται ούτε στο απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας ούτε στις ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές απαιτήσεις που τίθενται.
Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία μαρινών (Ν. 2160/1993, όπως ισχύει, καθώς και το Π.Δ. 71/2020 περί ασφάλειας λιμενικών εγκαταστάσεων), η νόμιμη και ασφαλής λειτουργία προϋποθέτει τη διαρκή διατήρηση όλων των λιμενικών υποδομών σε πλήρη τεχνική και λειτουργική επάρκεια. Σε περίπτωση σοβαρών ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα, απαιτείται τεχνική πραγματογνωμοσύνη και έλεγχος καταλληλότητας των υποδομών. Αρμόδια για την εποπτεία της ασφάλειας και την έγκριση ή μη της λειτουργίας είναι η κατά τόπον Λιμενική Αρχή, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η οποία δύναται να επιβάλει περιορισμούς ή ακόμη και απαγόρευση λειτουργίας έως την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τα ετήσια συμβόλαια ελλιμενισμού στερούνται ουσιαστικού νοήματος, καθώς παρόμοια επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα μπορούν να επαναληφθούν οποιαδήποτε στιγμή ακόμη και τους θερινούς μήνες με ισχυρούς βοριάδες, στους οποίους η μαρίνα είναι εμφανώς εκτεθειμένη. Μέχρι να εκπονηθούν σοβαρά, σύγχρονα και εφαρμόσιμα σχέδια προστασίας των λιμενικών υποδομών και να αποκατασταθούν πλήρως οι ζημιές, η υφιστάμενη οικονομική πολιτική οφείλει να επανεξεταστεί, διότι εκθέτει τη διοίκηση και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των ιδιοκτητών σκαφών.
Και το εύλογο ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί δημόσια είναι το εξής:
ποιος φορέας έχει επισήμως ελέγξει τις ζημιές, ποιος έχει εγκρίνει τη συνέχιση της λειτουργίας και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη σε περίπτωση νέου συμβάντος;
Η αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αποτελεί τη μόνη βάση για σοβαρότητα, ασφάλεια και πραγματικό σεβασμό προς την κοινωνία και τους ανθρώπους της θάλασσας.
Ο Πρόεδρος του Ρ.Ο.ΤΑ
Θεουλάκης Κώστας.

