Λεπτομέρειες απομένουν για να ανοίξει το νεοκλασικό όπου μεγάλωσε η μεγάλη ντίβα της όπερας και θα στεγάσει μία πρότυπη μουσική ακαδημία για όσους έχουν αντίστοιχα όνειρα – Πρόκειται για το όραμα της υψιφώνου Βάσως Παπαντωνίου, που ύστερα από είκοσι χρόνια γίνεται πραγματικότητα
Μπορεί να έχει ανακοινωθεί επανειλημμένως, αλλά λίγοι πίστευαν ότι θα γινόταν πράξη. Το μακρόπνοο όραμα της υψιφώνου Βάσως Παπαντωνίου, η οποία αγωνίστηκε μαζί με μια ομάδα επιστημόνων και ανθρώπων του πολιτισμού για να μετατρέψει το σπίτι της Μαρίας Κάλλας σε εκπαιδευτικό και καλλιτεχνικό ίδρυμα υψηλού επιπέδου που θα λειτουργεί ως ακαδημία, παίρνει σάρκα και οστά ύστερα από πολυετείς περιπέτειες. Οπως μας αποκάλυψε η ίδια σε κλειστή εκδήλωση που έγινε στο συνεδριακό κέντρο στο Σινέ Paris, οι εργασίες αναστήλωσης στο περίφημο κτίριο της Πατησίων 61, όπου έμεινε η Κάλλας μετά την επιστροφή της από τη Νέα Υόρκη και πλέον θα στεγάζεται η Ακαδημία Λυρικής Τέχνης Maria Callas, έχουν περατωθεί και το όνειρο πια πραγματοποιείται. Σε βίντεο που προβλήθηκαν στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν λεπτομερώς όλες οι απαιτητικές εργασίες αναστήλωσης σε ένα κτίριο που είχε μεγάλα δομικά προβλήματα, στα οποία προστέθηκαν και εκείνα των βανδαλισμών που προκάλεσαν διάφοροι καταληψίες.

Το νεοκλασικό της Πατησίων είναι άκρως σημαντικό όχι μόνο για την αρχιτεκτονική του αξία (χτίστηκε το 1925 και έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο), αλλά και για τη συμβολική του δύναμη: είναι το σπίτι όπου έμεινε η κορυφαία υψίφωνος από το 1937 έως το 1945, δηλαδή τα πρώτα καθοριστικά χρόνια της ζωής και της καλλιτεχνικής της πορείας.
Κατά τη βραδιά της εκδήλωσης παρουσιάστηκε μια τεράστια φωτογραφία που δεσπόζει σε μια γωνιά του συνεδριακού κέντρου και δείχνει την Κάλλας να χαιρετάει μέσα από το παράθυρο του εμβληματικού σπιτιού στην Πατησίων.
Η ιστορία του σπιτιού
Είναι η οικία όπου διαμόρφωσε την προσωπικότητά της καθώς εκεί μετακόμισε μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της και πέρασε τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής: πρόκειται για τα δύσκολα αθηναϊκά χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και της αποκάλυψης του ταλέντου και των φιλοδοξιών της. Για πρώτη φορά η 13χρονη Αννα-Μαρία-Σοφία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ήρθε στην Αθήνα το 1937 με λίγα φτωχικά ρούχα και δύο καναρίνια, δώρο του πατέρα της. Οι δυσκολίες της ζωής την είχαν οπλίσει με περίσσιο θάρρος, ενώ τα αγγλικά που είχε μάθει τη βοήθησαν να επιβιώσει στην περίοδο της Kατοχής.
Από τη ζωή της δεν έλειψαν ποτέ τα μυθιστορηματικά δράματα, σύμφυτα με αυτά που βλέπουμε να δεσπόζουν στην όπερα, ενώ απουσίαζε (λόγω και της κακοποιητικής σχέσης με τη μητέρα της) η αγάπη, γεγονός στο οποίο η ίδια επανερχόταν μέχρι το τραγικό τέλος της ζωής της. Αυτό το κοριτσάκι, που αρκετά χρόνια μετά θα μεταμορφωνόταν σε μία από τις κορυφαίες σοπράνο του κόσμου, έζησε στην Αθήνα την προσωπική και καλλιτεχνική της ενηλικίωση εν μέσω σκληρών κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, σε ένα περιβάλλον που της επιφύλαξε φτώχεια, προσωπική ταπείνωση, συναισθηματική αστάθεια, αλλά συγχρόνως υπήρξε καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία της.
Δεν τη φόβιζε όμως ποτέ η εργασία και έτσι αφοσιωνόταν στον ρόλο της μαθήτριας φοιτώντας αρχικά στο Εθνικό Ωδείο και κατόπιν στο Ωδείο Αθηνών με δασκάλα την υψίφωνο Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, που ανακάλυψε πρώτη το μεγάλο ταλέντο της. Στο σπίτι της Πατησίων έκανε για πρώτη φορά μεγάλα όνειρα για μια καριέρα που, παρά τις δυσκολίες, της προσέφερε πλούσια δώρα. Σε αυτό το εμβληματικό σπίτι κατάφερε να διαμορφώσει την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Εκεί μελέτησε και ονειρεύτηκε τη διεθνή καριέρα που ακολούθησε.
Τα ψυχικά τραύματα
Ενα από τα θέματα που σφράγισαν την εφηβική ηλικία της Κάλλας ήταν ο χωρισμός του πατέρα από τη μητέρα της. Η τελευταία οργάνωνε πριβέ πάρτυ στην ταράτσα του σπιτιού της Πατησίων. Ηταν περήφανη μάλιστα γι’ αυτό το σπίτι, το οποίο φαινόταν να της προσδίδει μια αστική ταυτότητα, κάτι πολύ ουσιαστικό για την ίδια και τις δύο κόρες της, ενώ ταυτόχρονα τη βοήθησε να αναπτύξει σχέσεις με ανθρώπους της καλλιτεχνικής κοινότητας και διάφορους αξιωματικούς. Επίσης, αυτό που μετέφερε στις κόρες της ήταν η αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινωνική τάξη διαφορετική από την πραγματική τους κατάσταση.
Πολλοί ισχυρίζονται ότι το σπίτι μετατράπηκε σε κλειστό κέντρο εφήμερης διασκέδασης για τους Γερμανούς αξιωματικούς, με τη χαρισματική κόρη της οικογένειας να τραγουδάει a cappella μπροστά στους διάφορους φιλοξενούμενους της μητέρας της. Μάλιστα, μια τέτοια σκηνή είδαμε πρόσφατα στο σίριαλ της ΕΡΤ «Η Μαρία που έγινε Κάλλας», που έδειχνε ότι η ανάγκη ψυχαγωγίας των αξιωματικών πήγαινε, μερικές φορές, και πολύ πέρα από αυτό.
Επίσης, με βάση μαρτυρίες, σπάνια ντοκουμέντα από εφημερίδες της εποχής και όπως είχε αποκαλύψει και το σχετικό ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λούρα, η Μαρία Καλογεροπούλου εισήλθε στη Λυρική το 1940 και όχι το 1938 και ζούσε σε διαφορετικά σπίτια και όχι μόνο σε αυτό της Πατησίων, όπως σε ένα φτωχικό στη Χαριλάου Τρικούπη, αλλά και σε άλλα σπίτια, στη Μάρνη κ.α. Μάλιστα, για να ζήσει και να μπορέσει να σταθεί όρθια στις πολύωρες πρόβες την ώρα που οι υπόλοιποι κατέρρεαν, αντάλλασσε προσκλήσεις για τις διάφορες όπερες στη Λυρική με γλυκά, στα οποία είχε μεγάλη αδυναμία. Ισως αυτός να είναι ο λόγος που πάντοτε έδινε μάχη με τα κιλά της βιώνοντας έντονα το bullying από την οικογένεια και τον κοινωνικό περίγυρο. Επίσης, παρότι όταν έφτασε στην Αθήνα το 1937 συστήθηκε ως Μαίρη στους συμμαθητές της στο Εθνικό Ωδείο, στο πρώτο της συμβόλαιο με τη νεοσύστατη τότε Λυρική Σκηνή το 1940 υπέγραψε ως Μαριάννα.
