Η συκοφαντία ενάντια στον ΦοΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου γίνεται απο πρόσωπα που στερούνται ηθικής
Η πολιτική αντιπαράθεση, όταν διεξάγεται με προτάσεις, οράματα και τεκμηριωμένη κριτική, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της δημοκρατίας. Όταν, όμως, τα επιχειρήματα στερεύουν και η πολιτική ανεπάρκεια βγάζει μάτι, ορισμένοι επιλέγουν τον πιο σκοτεινό, αλλά και πιο εύκολο δρόμο: αυτόν της συκοφαντίας και της σπίλωσης χαρακτήρων. Το τελευταίο διάστημα, παρακολουθούμε εμβρόντητοι μια ενορχηστρωμένη, ηθικά διάτρητη επίθεση απέναντι στον ΦοΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου και την Περιφέρεια, με μοναδικό σκοπό την σπίλωση των ανθρώπων τους .
Εκείνοι που στερούνται αφηγήματος, δεν διστάζουν να στήσουν βιομηχανία λάσπης για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Την διαφορά ανάμεσα στη λιανική τιμή ενός μεμονωμένου προϊόντος στο διαδίκτυο και στο συνολικό κόστος μιας σύνθετης δημόσιας σύμβασης, η οποία –όπως όλοι γνωρίζουν– εμπεριέχει κόστη μεταφοράς, αποθήκευση, διανομή, εγγυήσεις, συντήρηση και φυσικά ΦΠΑ.
Δεν πρόκειται για άγνοια. Πρόκειται για συνειδητή διαστρέβλωση. Ο στόχος τους δεν είναι η προστασία του δημόσιου χρήματος, όπως υποκριτικά διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, αλλά η δημιουργία σκιών και η ρίψη λάσπης στον ανεμιστήρα, με την ελπίδα ότι στο τέλος «κάτι θα μείνει».
Αυτή η προσπάθεια πολιτικής και ηθικής εξόντωσης των ανθρώπων που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης αναδεικνύει ένα τεράστιο ηθικό έλλειμμα. Όταν πολιτικά πρόσωπα επιλέγουν να μετατρέψουν τα συμβούλια σε λαϊκά δικαστήρια αποδεικνύουν την αδυναμία τους να αντιπαρατεθούν στο πεδίο του παραγόμενου έργου. Χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό για να στοχοποιήσουν ανθρώπους που αντιπολιτεύονται.
Είναι, δυστυχώς, η πάγια τακτική των αδύναμων: επιτίθενται με ύβρεις και υπονοούμενα, προσπαθώντας να απαξιώσουν το πρόσωπο, όταν αδυνατούν να αντικρούσουν το έργο του. Όμως, όποιος εκφράζει πολιτικό λόγο μέσα από προσβολές και χλευασμό, εκθέτει τελικά το δικό του «ποιόν» στην κοινωνία.
Οι πολίτες, ωστόσο, έχουν και μνήμη και κρίση. Μπορούν να διακρίνουν αυτούς που με ευθύνη διαχειρίζονται τα κοινά από εκείνους που, ως επαγγελματίες συκοφάντες, τρέφονται από την τοξικότητα. Η λάσπη, πάντα, στο τέλος ξεραίνεται και πέφτει. Το πραγματικό έργο είναι αυτό που μένει, και η Ιστορία –αλλά και η κάλπη– πάντα αποδίδει στον καθένα αυτό που του αξίζει, βάζοντας τους συκοφάντες στο πολιτικό περιθώριο.
