
24 Απριλίου 1913
Ανοίγει το Woolworth Building, ένας ουρανοξύστης 57 ορόφων στο Μανχάταν που έμελλε να διατηρήσει τον τίτλο του υψηλότερου κτιρίου στον κόσμο έως το 1930, όταν και εγκαινιάστηκε το Empire State Building.
Ο πύργος, που αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα από τα πιο θρυλικά κτίρια της Νέας Υόρκης, έχει πάρει το όνομα ενός ανθρώπου που έφερε την επανάσταση στο λιανεμπόριο και άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ψωνίζουμε σήμερα. Έστω και εάν η επιχείρηση που δημιούργησε έχει πλέον κλείσει.
Ο Frank Winfield Woolworth γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1852 σε μια μικρή πόλη της Νέας Υόρκης. Το παιδί μιας φτωχής οικογένειας, δεν έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης, αλλά πήρε πολύτιμα μαθήματα για τη ζωή δουλεύοντας από μικρή ηλικία.
Από τη στιγμή που προσελήφθη σαν υπάλληλος σε ένα κατάστημα, φάνηκε ότι μπορεί να μην ήταν σπουδαίος πωλητής, ήταν όμως μια ιδιοφυΐα του μάρκετινγκ.
Βλέποντας τα εμπορεύματα να μαζεύουν σκόνη στα ράφια του καταστήματος, καθώς οι πελάτες απλά δεν είχαν τα χρήματα για να τα αγοράσουν, ο Woolworth σκέφτηκε ένα διαφορετικό μοντέλο, που έμελλε να γίνει η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το λιανεμπόριο όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Την εποχή εκείνη, τα καταστήματα κρατούσαν το εμπόρευμά τους κρυμμένο πίσω από μεγάλους ξύλινους πάγκους. Οι πελάτες ζητούσαν από τους πωλητές να βγάλουν κάποιο είδος που μπορεί να τους ενδιέφερε και μετά ξεκινούσε το παζάρι. Καθώς τα είδη δεν είχαν προκαθορισμένες τιμές, οι πωλητές μπορούσαν να ζητήσουν από τον κάθε πελάτη όσα χρήματα πίστευαν ότι θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ειδικά η εργατική τάξη έτρεμε ακόμα και να μπει σε ένα κατάστημα.

Όμως ο Woolworth σκέφτηκε ένα άλλο μοντέλο. Άνοιξε το δικό του κατάστημα, όπου τοποθέτησε τα προϊόντα πάνω σε πάγκους και έβαλε ταμπελάκια με τις τιμές. Οι πελάτες δεν χρειαζόταν πια να κάνουν παζάρια. Ήταν εκείνος, μάλιστα, που καθιέρωσε τα λεγόμενα «five and dime» καταστήματα, όπου όλα τα προϊόντα κόστιζαν είτε 5 ή 10 σεντς (κάτι αντίστοιχο με το σημερινό «ό,τι πάρεις 1 ευρώ»).
Αν και ο βαρύς χειμώνας καταδίκασε εκείνο το πρώτο του εγχείρημα σε αποτυχία, ο Woolworth επέμεινε, με ένα δεύτερο κατάστημα. Αυτή τη φορά, γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Μαζί με τον αδερφό του, έχτισε μια αυτοκρατορία του λιανεμπορίου που έφτασε να μετρά πάνω από 4.000 καταστήματα σε όλο τον κόσμο.
Το επιχειρηματικό τους μοντέλο στηριζόταν στην αγορά μεγάλων ποσοτήτων απευθείας από τον κατασκευαστή, κάτι που τους επέτρεπε να βγάζουν κέρδος παρότι προσέφεραν τα προϊόντα σε χαμηλές τιμές.
Κάπως έτσι, ο Woolworth κατάφερε να χτίζει τον ουρανοξύστη στο Μανχάταν, πληρώνοντας την εποχή εκείνη 13 εκατ. δολάρια σε μετρητά. Το κτίριο, που ονομαζόταν και «Καθεδρικός Ναός του Εμπορίου», αποτέλεσε σύμβολο του αμερικανικού επιχειρείν.
Την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, οι Αμερικανοί μπορούσαν να απολαύσουν στους πάγκους του μικρές, καθημερινές πολυτέλειες, όπως ένα σάντουιτς ή ένα αναψυκτικό με παγωτό καθώς έκαναν τα ψώνια τους, μια τακτική που διατηρούν μέχρι και σήμερα τεράστιες αλυσίδες του λιανεμπορίου, οι οποίες πουλάνε φθηνά χοτ ντογκ ή παγωτά στους πελάτες τους.
Σήμερα, η F. W. Woolworth Company δεν υπάρχει πια, όμως η αυτοκρατορία του Frank Woolworth επιβιώνει κατά κάποιο τρόπο μέσω της Foot Locker, της θυγατρικής εταιρείας αθλητικών ειδών που ιδρύθηκε το 1974.
moneyreview.gr
