Η απόδοση δημόσιου γλυπτού για τον Καβάφη γίνεται η αφορμή να περιηγηθούμε σε εκείνα για τους Πεσσόα, Γουλφ και Κρίστι.

«Μόλις γύρισα από την επίσκεψή μου στο Μνημείο του Λυσικράτους. Φρικτός ο ήλιος στο σημείο μεταξύ Ζαππείου κι οδού Λυσικράτους. Ξαναείδα προσεκτικά την Πύλη του Αδριανού», γράφει ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933), το πρωινό της 26ης Ιουνίου 1901. Εκατόν είκοσι πέντε χρόνια μετά, ο Αλεξανδρινός ποιητής βρίσκει τη θέση του κοντά στην πύλη του Αδριανού, στην Αθήνα που τον γοήτευε και αναζητούσε την αναγνώριση, την πόλη όπου επιθυμούσε να ακουστεί.
Ο λόγος για το γλυπτό το οποίο αποτυπώνει τον Καβάφη να κάθεται, στον πεζόδρομο στην αρχή της Αρεοπαγίτου, μπροστά από την Ωνάσειο Βιβλιοθήκη. Δημιουργία του Πραξιτέλη Τζανουλίνου, το φυσικού μεγέθους γλυπτό αντλεί έμπνευση από φωτογραφία του αρχείου Καβάφη, στην οποία ο ποιητής απεικονίζεται καθιστός σε ανάκλιντρο, στο διαμέρισμά του επί της οδού Λέψιους 10, στην Αλεξάνδρεια, περί το 1930.
Θαρρείς πως το δεξί χέρι του συγχρονίζεται με την πνευματική εγρήγορση στην οποία βρίσκεται, έτοιμος να τοποθετηθεί για κάτι που τον απασχολεί, με το αριστερό του χέρι κρατά το καπέλο του. Εκφράζει την εικόνα και το είναι του ποιητικού του κόσμου τα οποία επιθυμεί να μοιραστεί – η Ποίηση, εξάλλου, «γεννιέται» από τον εκάστοτε δημιουργό και απευθύνεται σε όλους.
Αυτό το μοίρασμα θα μπορούσε να αποδοθεί με την κενή θέση δίπλα του, που αποτελεί μια σιωπηλή πρόσκληση σε κάθε περαστικό. Να κάνει μία παύση από το πρόγραμμά του και να καθίσει δίπλα του: να διαβάσει, να σκεφτεί, να αναστοχαστεί, να παρατηρήσει. Ίσως, αν καθίσει πλάι του, μπορεί κατά κάποιον τρόπο να συναισθανθεί γιατί ο Αλεξανδρινός ποιητής είχε γράψει, το 1903, ότι «αγαπώ τόσῳ πολύ τας Αθήνας». Αν μη τι άλλο, οποιοδήποτε μέρος νοηματοδοτείται για τον καθένα μέσα από τη ματιά του.
Το εν λόγω γλυπτό, από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής για εξωτερικό χώρο, αποτελεί δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση στον Δήμο Αθηναίων και φιλοδοξεί να εντάξει τον Καβάφη οργανικά στον αστικό ιστό, όχι ως μνημείο από απόσταση αλλά ως μια ζωντανή παρουσία μέσα στην καθημερινότητα της πόλης. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο ρόλος της δημόσιας γλυπτικής: η επικοινωνία της Τέχνης με το κοινό.
Η απόδοση του Καβάφη σε δημόσιο χώρο δεν είναι η μόνη· ποιητές και λογοτέχνες έχουν αποδοθεί σε γλυπτά, ανά τον κόσμο. Γι’ αυτό, το γλυπτό του Καβάφη το οποίο παραδόθηκε επίσημα στις 28 Απριλίου 2026, παραμονή της επετείου γέννησης και θανάτου του ποιητή, γίνεται η αφορμή να μεταβούμε στη Λισαβόνα για την αποτύπωση του Φερνάντο Πεσσόα έξω από καφέ, σε όχθη του ποταμού Ρίτσμοντ στο νοτιοδυτικό Λονδίνο για το δημόσιο γλυπτό της Βιρτζίνια Γουλφ καθώς και στην παραθαλάσσια πόλη Τόρμπεϊ στο Ντέβον της Αγγλίας για το παγκάκι με την Άγκαθα Κρίστι.
Για καφέ με τον Πεσσόα
Εκλεκτικές και άλλες συγγένειες έχουν εντοπιστεί από ερευνητές ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), οι οποίοι δημιούργησαν μοναχικά και συστηματικά την ίδια εποχή αλλά δεν απείχαν από τις υπόλοιπες συνήθειες των ανθρώπων. Μεταξύ άλλων, ο Πορτογάλος ποιητής συνήθιζε να κάθεται στο καφέ A Brasileira στο Κιάντο της Λισαβόνα, όπου, από το 1988 –οπότε και συμπληρώθηκε ένας αιώνας από τη γέννησή του – βρίσκεται εκεί γλυπτό με τη μορφή του.
Δημιουργία του γλύπτη Λάγκοα Ενρίκες, το φυσικού μεγέθους χάλκινο γλυπτό αποτυπώνει τον Πεσσόα να κάθεται στην καρέκλα ενός τραπεζιού και να σηκώνει ελαφρώς το δεξί του χέρι, σαν να συζητά. Πρόκειται για μία σκηνή που δεν απέχει από την πραγματικότητα, μιας και ο ποιητής πήγαινε συχνά στο A Brasileira για να πιει τον καφέ και το αψέντι του.
Από το 1988 μέχρι σήμερα, επισκέπτες στέκονται δίπλα στον χάλκινο Πεσσόα και φωτογραφίζονται. Όσο για το καφέ, έμεινε στην ιστορία ως θαμώνας καλλιτεχνών και συγγραφέων του 20ου αιώνα.
Δίπλα στο ποτάμι με την Βιρτζίνια Γουλφ
Όπως για τα δημόσια γλυπτά των Καβάφη και Πεσσόα, έτσι και εκείνο για την Αγγλίδα μυθιστοριογράφο και δοκιμιογράφο Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941) βρίσκεται (από το 2022) σε σημείο όπου συνδέεται με στιγμές από τη ζωή της. Θα το βρείτε σε όχθη του ποταμού Ρίτσμοντ – στην ευρύτερη περιοχή η καινοτόμος συγγραφέας είχε ζήσει με τον σύζυγό της για περίπου μία δεκαετία, από το 1914.
Έχει φιλοτεχνηθεί από τη γλύπτρια Λάουρι Ντιζενγκρεμέλ και αποδίδει την Γουλφ να κάθεται σε παγκάκι, απλώνοντας το δεξί της χέρι στη ράχη του. Το βλέμμα της ατενίζει το απέραντο, (προσ)καλώντας το κοινό να καθίσει στη διπλανή, κενή θέση, και να ακολουθήσει τη ματιά της ή να αναρωτηθεί τι μπορεί να σκεφτόταν.
Συνειρμικά, η σκέψη «ταξιδεύει» σε τίτλους έργων της, όπως «Στο Φάρο» (1927) και «Ορλάντο: Μια βιογραφία» (1928).
Παρέα με τον σκύλο της Άγκαθα Κρίστι
Καθιστή σε ένα παγκάκι, συντροφιά με τον αγαπημένο σκύλο της, Πίτερ, και με το μυθιστόρημά της «Και δεν έμεινε κανείς», ανά χείρας, έχει αποδοθεί η Αγγλίδα συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, Άγκαθα Κρίστι (1890-1976), σε σημείο στην παραθαλάσσια πόλη Τόρμπεϊ στο Ντέβον της Αγγλίας.
Το παγκάκι-γλυπτό από χαλκό φέρει την υπογραφή της Ελίζαμπεθ Χάντλεϋ και συνδιαλέγεται με τους περαστικούς από το 2025. Ίσως, το μυθιστόρημα το οποίο κρατά η Κρίστι, προσκαλεί τους λάτρεις των έργων της να πάρουν από τη βιβλιοθήκη τους το αγαπημένο τους αστυνομικό μυθιστόρημα και να καθίσουν δίπλα της, να το διαβάσουν. Μεταξύ δεκάδων τίτλων: «Έγκλημα στον Οριάν Εξπρές» (1934), «Η μυστηριώδης υπόθεση Στάιλις» (1920), «Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη» (1942).
Οι παραπάνω αποδόσεις δημιουργών σε γλυπτά που βρίσκονται σε δημόσιο χώρο, μεταξύ πολλών ακόμη, μας υπενθυμίζουν πως οι δημιουργοί δεν ήταν (και δεν είναι) αποκομμένοι από τον δημόσιο βίο. Έκαναν περιπάτους, πήγαιναν για καφέ, κάθονταν σε παγκάκι, παρατηρούσαν τη ζωή και τον κόσμο και μέσω της παρατήρησης έδιναν τη δική τους ερμηνεία αποτυπώνοντάς την με τις λέξεις τους.
ΠΗΓΗ: https://www.travel.gr/arts_and_culture/taxidi-stin-techni-me-ochima-ena-pagka/







