Η μεγάπτερη φάλαινα «Τίμι» είχε διασωθεί νωρίτερα αυτόν τον μήνα στο πλαίσιο μιας επιχείρησης κόστους 1,5 εκατομμυρίου ευρώ που έγινε στη Γερμανία – Από την αρχή, εκφράζονταν φόβοι για την υγεία της, η οποία ήταν πολύ επιβαρυμένη
Ο Τίμι, του οποίου η κατάσταση της υγείας είχε επιδεινωθεί σοβαρά μετά τον εγκλωβισμό του κοντά στις γερμανικές ακτές από τον Μάρτιο, απελευθερώθηκε στις 2 Μαΐου αφού μεταφέρθηκε από διασώστες πάνω σε φορτηγίδα γεμάτη νερό.
Ωστόσο, λίγες μόλις ημέρες αφότου η φάλαινα εισήλθε στη Βόρεια Θάλασσα ανοιχτά της Δανίας και έπειτα από την απουσία νέων δεδομένων εντοπισμού, το Γερμανικό Ωκεανογραφικό Μουσείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα δεν κατάφερε να επιβιώσει κατά τη μετάβασή του σε βαθύτερα νερά.
Τώρα, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος της Δανίας ανακοίνωσε ότι εντοπίστηκε νεκρή φάλαινα, η οποία φαίνεται να βρισκόταν στη θάλασσα εδώ και αρκετό καιρό, κοντά στο νησί Άνχολτ. Εκπρόσωπος της υπηρεσίας δήλωσε στη δανική τηλεόραση ότι το ζώο είναι πιθανότατα καμπουροφάλαινα μήκους 10 έως 15 μέτρων.
Οι τοπικές αρχές προειδοποίησαν τους κατοίκους να μην πλησιάσουν το νεκρό ζώο, καθώς υπάρχει κίνδυνος έκρηξης λόγω της συσσώρευσης αερίων στο εσωτερικό του σώματος. Παράλληλα, οι νεκρές φάλαινες ενδέχεται να μεταφέρουν ασθένειες.
Η τοπική εφημερίδα Ekstra Bladet ανέφερε ότι την Παρασκευή θα ληφθούν δείγματα ιστών από τη φάλαινα προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται πράγματι για τον Τίμι.
Αντιπαράθεση μεταξύ επιστημόνων και διασωστών
Η υπόθεση είχε προκαλέσει από το ξεκίνημά της έντονη αντιπαράθεση μεταξύ επιστημόνων και διασωστών.
Πολλοί ειδικοί διαφωνούσαν με την επιχείρηση διάσωσης, υποστηρίζοντας ότι ο Τίμι ήταν εξαιρετικά άρρωστος και πως οι πιθανότητες επιβίωσής του ήταν ελάχιστες. Κατά την άποψή τους, η πιο ηθική επιλογή θα ήταν να αφεθεί να πεθάνει ήρεμα.
Παρά τις προειδοποιήσεις, ομάδα κτηνιάτρων και διασωστών επέμεινε στην επιχείρηση, ενισχυμένη από το κύμα συγκίνησης που είχε εξαπλωθεί στη Γερμανία γύρω από τον φάλαινα.
Η διάσωση χρηματοδοτήθηκε ιδιωτικά από δύο εκατομμυριούχους, τον συνιδρυτή της MediaMarkt, Βάλτερ Γκουντς και την επιχειρηματία των ιπποδρομιών Κάριν Βάλτερ-Μόμερτ, οι οποίοι είχαν δηλώσει ότι ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν «όσο κι αν κοστίσει» για να σωθεί ο Τίμι.
Το ζώο περιγραφόταν ως νωθρό και καλυμμένο με αλλοιώσεις που έμοιαζαν με φουσκάλες, ενώ εκτιμάται ότι τμήματα του στόματός του είχαν μπλεχτεί σε αλιευτικά δίχτυα.
Είχε εγκλωβιστεί πριν έξι εβδομάδες
Ο Τίμι είχε εγκλωβιστεί για πρώτη φορά σε αμμώδη ύφαλο στον κόλπο του Βίσμαρ, κοντά στην πόλη Λίμπεκ, πριν από σχεδόν έξι εβδομάδες.
Καθώς η υγεία του χειροτέρευε, οι γερμανικές αρχές είχαν εγκαταλείψει αρχικά κάθε προσπάθεια διάσωσης, υποστηρίζοντας ότι το ζώο δεν μπορούσε να απεγκλωβιστεί.
Ωστόσο, μετά το τεράστιο κύμα ενδιαφέροντος που προκλήθηκε γύρω από τον Τίμι – με υποστηρικτές να φτιάχνουν γλυκά σε σχήμα φάλαινας και ακόμη και να κάνουν τατουάζ με τη μορφή του – οι αρχές πείστηκαν να εγκρίνουν την ιδιωτικά χρηματοδοτούμενη αποστολή.
Οι πρώτες προσπάθειες διάσωσης, με φουσκωτά μαξιλάρια και πλωτές πλατφόρμες, απέτυχαν. Τελικά, δύτες κατάφεραν να οδηγήσουν τη φάλαινα πάνω σε πλημμυρισμένη φορτηγίδα που ρυμουλκήθηκε από το πλοίο Fortuna B.
Η φάλαινα εγκατέλειψε τη φορτηγίδα στη Βόρεια Θάλασσα περίπου στις 8:45 το πρωί της 2ας Μαΐου και αργότερα εθεάθη να αναπνέει από τον φυσητήρα της και να κολυμπά «προς τη σωστή κατεύθυνση», σύμφωνα με τη Βάλτερ-Μόμερτ.
Η ελπίδα παρέμενε ζωντανή και τις επόμενες ημέρες, όταν ο πομπός GPS της φάλαινας φέρεται να εξέπεμψε αρκετά σήματα, υποδηλώνοντας ότι ο Τίμι είχε ανέβει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει.
Πλέον όμως οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο πομπός παρουσίαζε βλάβη και δεν είχε τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει αν το ζώο βρισκόταν εν ζωή, με αποτέλεσμα η μοίρα του Τίμι να θεωρείται πλέον εξαιρετικά δυσοίωνη.
Έντονη κριτική στην επιχείρηση διάσωσης
Η επιχείρηση διάσωσης είχε δεχθεί σφοδρή κριτική από τη Διεθνή Επιτροπή Φαλαινοθηρίας, η οποία χαρακτήρισε την προσπάθεια «ακατάλληλη», σημειώνοντας ότι το ζώο «βρισκόταν σε εξαιρετικά επιβαρυμένη κατάσταση» και ήταν «απίθανο να επιβιώσει» από τη μεταφορά σε βαθύτερα νερά.
Ο διευθυντής του Ωκεανογραφικού Μουσείου του Στράλζουντ, Μπούρκχαρντ Μπάσεκ, είχε προειδοποιήσει πριν από την επιχείρηση ότι η συνέχιση της προσπάθειας ισοδυναμούσε με «καθαρή κακοποίηση ζώου».
«Μια επιχείρηση διάσωσης δεν αξίζει πλέον τον κόπο… αυτό μας το έχουν επιβεβαιώσει επανειλημμένα διεθνείς συνάδελφοι», είχε δηλώσει.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο θαλάσσιος βιολόγος της Greenpeace, Τίλο Μαακ, ο οποίος είχε πει νωρίτερα αυτόν τον μήνα: «Πιστεύω ότι η φάλαινα θα πεθάνει πολύ σύντομα. Και θα ήθελα επίσης να θέσω το ερώτημα: Τι ακριβώς είναι τόσο κακό σε αυτό;».
«Ναι, τα ζώα ζουν, τα ζώα πεθαίνουν. Αυτό το ζώο είναι πραγματικά, πάρα πολύ άρρωστο. Και έχει αποφασίσει να αναζητήσει ηρεμία», είχε προσθέσει.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος της Δανίας δήλωσε στο γερμανικό δίκτυο Deutsche Welle ότι δεν σχεδιάζει νέα επιχείρηση διάσωσης σε περίπτωση που ο Τίμι προσαράξει ξανά, χαρακτηρίζοντας τις προσάραξεις φαλαινών ως «εντελώς φυσικό φαινόμενο».
