Ο χαμός ενός γονέα αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές και βαθιές τομές στη
ζωή ενός ανθρώπου. Είναι η στιγμή που το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον
αναδιατάσσονται βίαια. Ακόμη και οι πιο ισχυροί χαρακτήρες, αυτοί που έμαθαν να στηρίζουν
τους πάντες και να προσπερνούν κάθε εμπόδιο με ατσάλινη θέληση, βρίσκονται ξαφνικά
γονατισμένοι μπροστά σε αυτή την απώλεια.
Ο πόνος αυτός δεν είναι απλώς μια συναισθηματική αντίδραση, είναι μια ολική υπαρξιακή
αναταραχή.
Η κατάρρευση του πρώτου μας καταφυγίου
Από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο, οι γονείς μας αποτελούν το πρώτο μας σημείο
αναφοράς. Είναι η αρχική μας εικόνα για την ασφάλεια, την αποδοχή και την επιβίωση.
Ακόμη κι όταν μεγαλώνουμε, ανεξαρτητοποιούμαστε και χτίζουμε τη δική μας οικογένεια, η
παρουσία τους λειτουργεί ως ένα αόρατο αλλά σταθερό δίχτυ προστασίας στο πίσω μέρος
του μυαλού μας.
Όταν αυτό το δίχτυ εξαφανίζεται, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει πια κανένας ανάμεσα σε
εμάς και την απόλυτη ευθύνη της ζωής. Η απώλεια του γονιού μάς φέρνει αντιμέτωπους με
την ίδια μας τη θνητότητα. Γινόμαστε εμείς η «πρώτη γραμμή» της οικογένειας, κι αυτή η
μετάβαση είναι συχνά απότομη και επώδυνη.
Γιατί λυγίζουν ακόμα και οι «δυνατοί»;
Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να λειτουργούν ως στηρίγματα για τους γύρω τους. Έχουν
αναπτύξει μηχανισμούς άμυνας, λογικής και αυτοσυγκράτησης που τους επιτρέπουν να
διαχειρίζονται τις κρίσεις με ψυχραιμία. Όμως, ο θάνατος ενός γονέα παρακάμπτει κάθε
λογικό οχυρό για συγκεκριμένους λόγους.
Η απώλεια της ανιδιοτελούς αγάπης: Η σχέση με τον γονιό—παρά τις όποιες δυσκολίες
ή ατέλειες—είναι συχνά ο μόνος δεσμός στη ζωή μας που δεν βασίζεται σε όρους ή
ανταλλάγματα. Η συνειδητοποίηση ότι κανείς άλλος δεν θα μας αγαπήσει ή δεν θα μας
νοιαστεί με τον ίδιο πρωτόγονο τρόπο αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό.
Το τέλος της παιδικής μας ηλικίας: Όσο ζουν οι γονείς μας, διατηρούμε μέσα μας την
ιδιότητα του «παιδιού». Με τον χαμό τους, αυτή η ιδιότητα σβήνει οριστικά. Ο
δυναμικός επαγγελματίας, ο προστάτης οικογενειάρχης, ο ώριμος ενήλικας—όλοι
κρύβουν μέσα τους ένα παιδί που ζητάει ακόμα την επιβεβαίωση ή μια ζεστή αγκαλιά.
Τα απωθημένα και οι σιωπές: Ο πόνος διογκώνεται συχνά από αυτά που δεν
ειπώθηκαν. Τα «ευχαριστώ» που αναβλήθηκαν, τα «συγγνώμη» που κρύφτηκαν πίσω
από τον εγωισμό, οι κουβέντες που έμειναν στη μέση. Η οριστικότητα του θανάτου δεν
αφήνει περιθώρια για διορθώσεις, κι αυτό βαραίνει ακόμη και την πιο δυνατή ψυχή.
Η φυσιολογία και το βάθος του πένθους
Ο θρήνος δεν είναι αδυναμία, είναι η φυσική συνέχεια της αγάπης. Ο πόνος που νιώθουμε
είναι ανάλογος του δεσμού που είχαμε ή της λαχτάρας μας για αυτόν τον δεσμό. Όταν
χάνουμε έναν γονιό, το μυαλό και το σώμα μας αντιδρούν σαν να υπέστησαν ένα πραγματικό
τραύμα.
Ο δυνατός άνθρωπος δεν είναι αυτός που δεν πονάει, αλλά αυτός που επιτρέπει στον εαυτό
του να βιώσει την απώλεια χωρίς να την καταπιέζει. Το να κλάψεις, να λυγίσεις, να νιώσεις
ανήμπορος μπροστά στο αναπόφευκτο δεν αφαιρεί τίποτα από τη δύναμή σου, αντίθετα,
επιβεβαιώνει την ανθρωπιά σου.
Η επόμενη μέρα και η παρακαταθήκη
Ο πόνος για την απώλεια του γονιού δεν εξαφανίζεται ποτέ πλήρως. Με τον χρόνο, όμως,
αλλάζει μορφή. Από οξύς και αβάσταχτος, μετατρέπεται σε μια γλυκόπικρη νοσταλγία, σε
μια ήσυχη παρουσία μέσα στη μνήμη μας.
Οι γονείς μας συνεχίζουν να ζουν μέσα από τις συνήθειές μας, τις αξίες που μας μετέδωσαν,
τις φράσεις που πιάνουμε τον εαυτό μας να επαναλαμβάνει, ακόμα και μέσα από τα
χαρακτηριστικά του προσώπου μας. Η λύγιση απέναντι στον θάνατο είναι το βαρύ τίμημα
που πληρώνουμε για το δώρο της αγάπης που μας προσφέρθηκε. Κι όσο κι αν πονάει, αυτή η
λύγιση είναι η πιο ειλικρινής τιμή που μπορούμε να αποδώσουμε σε εκείνους που μας
έφεραν στη ζωή.
Πώς βγαίνεις πιο δυνατός μέσα από την απώλεια
Παρά την καταστροφική του ένταση, ο θάνατος ενός γονέα φέρει μέσα του τον σπόρο μιας
βαθιάς υπαρξιακής μεταμόρφωσης. Η δύναμη που γεννιέται μέσα από αυτή την αναμέτρηση
δεν είναι η σκληρότητα, αλλά η ωριμότητα.
Επαναπροσδιορισμός προτεραιοτήτων: Όταν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με την
απόλυτη απώλεια, τα καθημερινά μικροπροβλήματα χάνουν τη σημασία τους.
Μαθαίνεις να εκτιμάς την ουσία, τον χρόνο με τους ανθρώπους σου και τις στιγμές που
πραγματικά μετρούν.
Αυθεντική αυτονομία: Αναγκαζόμαστε να γίνουμε εμείς η δική μας εσωτερική
αυθεντία. Η ανάγκη να σταθούμε στα δικά μας πόδια, χωρίς το πατρικό ή μητρικό
«στήριγμα», αποκαλύπτει αποθέματα αντοχής που δεν γνωρίζαμε καν ότι διαθέταμε.
Βαθύτερη ενσυναίσθηση: Ο άνθρωπος που έχει πενθήσει βαθιά, κατανοεί το βλέμμα
του άλλου που υποφέρει. Γίνεσαι πιο πράος, πιο συγχωρητικός και πιο ικανός να
προσφέρεις ουσιαστική στήριξη στους γύρω σου.
Ζωντανή παρακαταθήκη: Η μεγαλύτερη δύναμη πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι οι
γονείς μας δεν χάνονται εντελώς. Ζουν μέσα από τις αξίες, τις συνήθειες, τις φράσεις
και το ήθος που μας κληροδότησαν. Το να συνεχίζεις να ζεις με αξιοπρέπεια, αγάπη και
δημιουργικότητα γίνεται ο πιο έμπρακτος τρόπος να τιμήσεις τη μνήμη τους.
Όσα μοιράστηκα μαζί σας δεν προέρχονται από κάποιο θεωρητικό βιβλίο, αλλά από την ίδια
τη ζωή μου. Έχασα και τους δύο γονείς μου από πολύ μικρή ηλικία. Έμαθα νωρίς τι σημαίνει
να μεγαλώνεις με τη σιωπή τους και να προσπαθείς να καλύψεις ένα κενό που φαντάζει
αβυσσαλέο. Κι όμως, μέσα από αυτή την απόλυτη ερημιά, ανακάλυψα ότι ο πόνος μπορεί να
μετατραπεί σε πυξίδα. Αν κάτι μου δίδαξε αυτή η διπλή απώλεια, είναι πως η μνήμη τους δεν
είναι ένα βάρος που κουβαλάμε, αλλά το φως που μας οδηγεί να στεκόμαστε όρθιοι, όσο
δυνατά κι αν φυσάει.
Μανώλης Παπάζογλου
