Το MuzeuThought and Contemporary Art DST ανοίγει στην Μπράγκα με έργα των Ναν Γκόλντιν, Άλεξ Κατς, Φραντσέσκο Κλεμέντε και Φραντς Βεστ. Πριν υποδεχτεί το κοινό, όμως, θα ανοίξει αποκλειστικά για τους εργαζόμενους του DST Group, της κατασκευαστικής εταιρείας που βρίσκεται πίσω από τη συλλογή και το κτίριο.
φωτογραφία: Hugo Delgado
Συνήθως, τα νέα μουσεία ανοίγουν πρώτα για συλλέκτες, επιμελητές, χορηγούς, δημοσιογράφους και VIP προσκεκλημένους. Στην Μπράγκα της Πορτογαλίας, ένα νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης αποφάσισε να ξεκινήσει αλλιώς: ανοίγει πρώτα για τους εργάτες του.
Το MuzeuThought and Contemporary Art DST, στη βόρεια Πορτογαλία, θα ανοίξει στις 24 Απριλίου αποκλειστικά για τους εργαζόμενους του της κατασκευαστικής εταιρείας που βρίσκεται πίσω από το μουσείο. Την επόμενη μέρα, στις 25 Απριλίου, ανήμερα της Ημέρας της Ελευθερίας και της επετείου της Επανάστασης των Γαρυφάλλων, θα ανοίξει για το ευρύ κοινό.
Στεγασμένο σε ένα πρώην δικαστικό μέγαρο στο ιστορικό κέντρο της Μπράγκα, το μουσείο φιλοξενεί μία από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές τέχνης στην Πορτογαλία, με περισσότερα από 1.500 έργα στη συλλογή του DST Group. Η εναρκτήρια έκθεση περιλαμβάνει πάνω από 100 έργα από 96 Πορτογάλους και διεθνείς καλλιτέχνες, ανάμεσά τους οι Άλεξ Κατς, Φραντσέσκο Κλεμέντε, Φραντς Βεστ και Ναν Γκόλντιν.
Ο τίτλος της πρώτης έκθεσης, Let Us Be Realistic, Let Us Demand the Impossible, παραπέμπει στο σύνθημα του Μάη του ’68, όταν φοιτητές και εργάτες βγήκαν στους δρόμους του Παρισιού ζητώντας όχι απλώς καλύτερες συνθήκες, αλλά έναν πιο ελεύθερο και δίκαιο κόσμο. Το σύνθημα εκείνο, «Να είστε ρεαλιστές, απαιτήστε το αδύνατο», γίνεται εδώ η είσοδος σε ένα μουσείο που δεν θέλει να παρουσιαστεί ως βιτρίνα εταιρικής συλλογής, αλλά ως χώρος πολιτισμικής και πολιτικής συζήτησης.

Η διευθύντρια του μουσείου, Ελένα Μέντες Περέιρα, το είπε σχεδόν χωρίς περιστροφές: «Το μουσείο δεν είναι χώρος για την ελίτ». Σύμφωνα με την ίδια, κάθε εργαζόμενος μπορεί να συμμετέχει, ενώ η εταιρεία πιστεύει ότι η κουλτούρα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους «πιο ευτυχισμένους αλλά και πιο παραγωγικούς».
Η τελευταία φράση θα μπορούσε εύκολα να ακουστεί σαν εταιρική ρητορική. Στην περίπτωση όμως της κατασκευαστικής εταιρείας DST, όμως, το εγχείρημα έχει πιο συγκεκριμένη υλικότητα. Έργα της συλλογής εκτίθενται ήδη στα εργοστάσια και στα γραφεία του ομίλου, ενώ οι εργαζόμενοι θα έχουν δωρεάν πρόσβαση στο μουσείο. Πριν από τα εγκαίνια, τους προσφέρεται επίσης εκπαίδευση, εφόσον το επιθυμούν, ώστε να λειτουργήσουν ως οδηγοί στις εκθέσεις.
Εκεί βρίσκεται και η πιο δυνατή εικόνα της ιστορίας: μια κατασκευαστική εταιρεία ανεγείρει μουσείο και καλεί πρώτα τους ανθρώπους της, όχι απλώς επειδή εργάζονται εκεί, αλλά επειδή κυριολεκτικά το έχτισαν. Η Περέιρα το περιέγραψε ως κάτι «ποιητικό»: «χτίσαμε το δικό μας σπίτι».
Το 1974, η Επανάσταση των Γαρυφάλλων, που πήρε το όνομά της από τα λουλούδια που οι πολίτες έβαλαν στις κάννες των στρατιωτών, έριξε το καθεστώς και άνοιξε μια νέα περίοδο δημοκρατίας, αριστερών μεταρρυθμίσεων, αποαποικιοποίησης και πολιτιστικής αναγέννησης.
Η επιλογή της ημερομηνίας, λοιπόν, δεν είναι αθώα. Ένα μουσείο που ανοίγει πρώτα για τους εργαζόμενους στις 24 Απριλίου, έπειτα για το κοινό την ημέρα της Επανάστασης των Γαρυφάλλων και κλείνει την Πρωτομαγιά, δεν διεκδικεί ουδετερότητα. Δηλώνει, με τον δικό του τρόπο, σε ποια ιστορία θέλει να εγγραφεί.
Η Περέιρα περιγράφει αυτές τις δραστηριότητες όχι μόνο ως φιλανθρωπία, αλλά και ως ένα είδος εργαλείου ανθρώπινου δυναμικού. Η διατύπωση μπορεί να ακούγεται ψυχρή, όμως η σκέψη πίσω της είναι καθαρή: η συλλογή δεν προορίζεται για ένα κλειστό κύκλωμα ειδικών, αλλά για τους ανθρώπους που δουλεύουν στην εταιρεία και για την κοινότητα γύρω τους.

φωτογραφία: Hugo Delgado
Το ίδιο το κτίριο κρατά κάτι από τη γλώσσα της εργασίας. Ο αρχιτέκτονας Ζοζέ Μανουέλ Καρβάλιο Αραούζο μετέτρεψε το πρώην δικαστικό μέγαρο σε έναν τετραώροφο εκθεσιακό χώρο, με περίπου 3.000 τετραγωνικά μέτρα για τις εκθέσεις. Η αισθητική του, σύμφωνα με την Περέιρα, είναι βιομηχανική, δομική, λευκή και απλή, σαν να θυμίζει ότι το μουσείο δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά χτίστηκε.
Στον επάνω όροφο θα λειτουργεί αμφιθέατρο, όπου θα φιλοξενούνται ζωντανές εκδηλώσεις, φιλοσοφικά εργαστήρια για παιδιά και συλλογικές μουσικές ακροάσεις. Η θέση του στην κορυφή του κτιρίου δεν είναι τυχαία. Από την ατμόσφαιρα της «εργοστασιακής» βάσης, ο επισκέπτης ανεβαίνει σε έναν χώρο όπου, όπως λέει η Περέιρα, το όνειρο παραμένει δυνατό.
Το DST Group ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1940 από τον Ντομίνγκος ντα Σίλβα Τεϊσέιρα, πατέρα του σημερινού προέδρου Ζοζέ Τεϊσέιρα, και τροφοδοτούσε με υλικά τοπικά κατασκευαστικά έργα στα χρόνια της δικτατορίας του Estado Novo. Ο Ζοζέ Τεϊσέιρα, σύμφωνα με τη διευθύντρια του μουσείου, είναι αριστερός. Και το μουσείο του, όπως λέει η ίδια, δεν θα είναι ουδέτερος χώρος. «Θα έχουμε πολιτική οπτική και θα δημιουργήσουμε επιρροή», είπε, συνδέοντας το εγχείρημα με την ανάγκη για δημόσια συζήτηση σε μια περίοδο που, όπως σημείωσε, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες ζουν «πολύ παράξενους καιρούς».
Το πιο ενδιαφέρον, τελικά, δεν είναι μόνο ότι μια κατασκευαστική εταιρεία άνοιξε μουσείο. Είναι ότι το άνοιξε σαν ερώτηση για το ποιος έχει δικαίωμα στην τέχνη, ποιος μπαίνει πρώτος σε έναν πολιτιστικό χώρο και ποιος θεωρείται ο φυσικός του επισκέπτης.
με στοιχεία από Artnews

