Ο Γιάννης Κλαδάκης αποτελεί μία από τις πιο αυθεντικές μορφές της παραδοσιακής μουσικής της Ρόδου. Λυράρης, τραγουδιστής, ερευνητής της προφορικής παράδοσης αλλά και γεωργός, κουβαλά μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο που μοιάζει να ταυτίζεται με άλλες εποχές. Η σχέση του με τη μουσική δεν γεννήθηκε μέσα από σπουδές ή επαγγελματικές φιλοδοξίες, αλλά μέσα από τα βιώματα ενός παιδιού που μεγάλωσε ανάμεσα στα χωριά Κρεμαστή και την Έμπωνα της Ρόδου ακούγοντας ιστορίες, τραγούδια και σκοπούς από τους παλιούς ανθρώπους του χωριού.
Όπως ο ίδιος περιγράφει σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, η πρώτη του επαφή με τη λύρα υπήρξε σχεδόν μοιραία. «Κλείνω τα μάτια μερικές φορές, κάθομαι ακουμπισμένος στην καρέκλα και είναι σαν να ακούω εκείνο τον γέρο στο καφενείο που σύχναζε ο παππούς μου να παίζει λύρα.»
Η εικόνα που έχει χαραχτεί στη μνήμη του ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου λυράρη, του Βασίλη Καραγιαννάκη, ο οποίος έπαιζε σε ένα μικρό καφενείο της Έμπωνας με μια χειροποίητη, φθαρμένη λύρα, φτιαγμένη από τον ίδιο. Οι χορδές της ήταν από έντερα κατσίκας και ο ήχος της μπορεί να μην ήταν τέλειος, όμως για τον μικρό τότε Γιάννη έκρυβε κάτι μαγικό.
Από εκείνη τη στιγμή, ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι. Σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών απέκτησε την πρώτη του λύρα και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά του οργάνου. Για λίγους μήνες είχε δάσκαλο τον Γιώργο Παραγιό, όμως στη συνέχεια πορεύτηκε κυρίως μόνος του. «Σιγά σιγά κατανόησα το όργανο, το κούρδισμα, καταλάβαινα πού είναι το σωστό πού το λάθος», αναφέρει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ – ΜΠΕ.
Ωστόσο, ο Γιάννης Κλαδάκης δεν αρκέστηκε ποτέ μόνο στην εκτέλεση των γνωστών σκοπών της Ρόδου. Από νεαρή ηλικία άρχισε να ψάχνει βαθύτερα τις ρίζες της τοπικής παράδοσης. Γυρνούσε τα χωριά του νησιού, συναντούσε ηλικιωμένους ανθρώπους, κατέγραφε τραγούδια, μαντινάδες, νανουρίσματα, ακριτικά έπη, μοιρολόγια, θρησκευτικά τραγούδια αλλά ακόμη και ξόρκια και γητειές που επιβίωναν από στόμα σε στόμα επί αιώνες.
«Έψαχνα να βρω τραγούδια που τα λέανε οι παλιοί άνθρωποι», δηλώνει με την χαρακτηριστική ροδίτικη προφορά του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, εξηγώντας πως ήθελε να ανακαλύψει τη μουσική που είχε γεννηθεί αυθεντικά μέσα στον τόπο, πριν από την επίδραση του ραδιοφώνου και των σύγχρονων μέσων. Για εκείνον, οι παλιοί άνθρωποι της Ρόδου διατηρούσαν μια μουσική αλήθεια ανεπηρέαστη από εξωτερικές επιρροές. «Οι άνθρωποι εκείνοι δεν ήταν επηρεασμένοι μουσικά από πουθενά, παρά μόνο από την ίδια την παράδοση», λέει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος κατέγραφε τα πάντα με χαρτί και μολύβι, ενώ αργότερα χρησιμοποιούσε ένα μικρό κασετοφωνάκι για να διασώσει φωνές και μελωδίες που διαφορετικά ίσως να χάνονταν για πάντα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ήρθε σε επαφή με έναν τεράστιο λαϊκό πολιτισμό που περιλάμβανε όχι μόνο μουσική αλλά και ολόκληρη τη φιλοσοφία ζωής των παλιών Ροδιτών.
Ιδιαίτερη θέση στην έρευνά του κατέχουν τα ακριτικά τραγούδια, τα οποία θεωρεί σπουδαίο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Μέσα από αυτά, όπως εξηγεί, σώζονται αφηγήσεις και εικόνες που φτάνουν μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Με συγκίνηση αναφέρεται στις γυναίκες των χωριών που τραγουδούσαν ιστορίες για ακρίτες και παλικάρια, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη αιώνων.
Η σχέση του, όμως, με την παράδοση δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική. Ο Γιάννης Κλαδάκης παραμένει βαθιά δεμένος και με τη γη. Εκτός από λυράρης, είναι και γεωργός, έχοντας αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στην καλλιέργεια αμπελιών και στην αγροτική εργασία. Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, η γεωργία δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα ανάγκης αλλά τρόπος ζωής. «Μ’ αρέσει κιόλας», λέει με απλότητα, περιγράφοντας πώς άφησε άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες για να ασχοληθεί πιο εντατικά με τη γη και το αμπέλι.
Για τον ίδιο, η μουσική και η αγροτική ζωή συνδέονται άμεσα. Η ελευθερία του γεωργού τού επιτρέπει να ακολουθεί και την καλλιτεχνική του πορεία χωρίς περιορισμούς. «Θέλω να πάω να παίξω κάπου, δεν έχω αφεντικό μου πάνω μου. Σχολάω και πάω», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Μέσα από τις αφηγήσεις του ξεδιπλώνεται και η μεγάλη αλλαγή που γνώρισε η ελληνική ύπαιθρος τις τελευταίες δεκαετίες. Ο ίδιος μιλά με νοσταλγία για τις εποχές όπου οι άνθρωποι ζούσαν κοντά στη φύση, έσπερναν με το χέρι, δούλευαν με τα ζώα και διατηρούσαν ζωντανές τις παραδόσεις του τόπου. Περιγράφει μάλιστα πώς μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες χάθηκαν εργαλεία, συνήθειες και τρόποι ζωής που παρέμεναν σχεδόν αμετάβλητοι από τα αρχαία χρόνια.
Παρά τις αλλαγές αυτές, ο Γιάννης Κλαδάκης παραμένει αισιόδοξος για το μέλλον της παράδοσης. Πιστεύει πως οι νέοι άνθρωποι αρχίζουν ξανά να αναζητούν τις ρίζες τους, όχι μόνο στη μουσική αλλά και στη γαστρονομία, στους χορούς και στην καθημερινή ζωή. «Εγώ είμαι αισιόδοξος γιατί βλέπω νέα παιδάκια τώρα που ασχολούνται πολύ με την παράδοση». Ο ίδιος θεωρεί πως μετά από μια περίοδο κατά την οποία η παράδοση αντιμετωπίστηκε ως κάτι παρωχημένο ή «χωριάτικο», οι νεότερες γενιές επιστρέφουν στα αυθεντικά στοιχεία της τοπικής κουλτούρας. Βλέπει νέους να μαθαίνουν παραδοσιακούς χορούς, να ψάχνουν τα παλιά τραγούδια και να αναζητούν το «καθεαυτού ορίτζιναλ», όπως χαρακτηριστικά λέει.
Η πορεία του Γιάννη Κλαδάκη αποδεικνύει πως η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό ή μουσειακό αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που επιβιώνει μέσα από τους ανθρώπους που τη βιώνουν καθημερινά και τη μεταδίδουν με αγάπη και αφοσίωση. Ο Ροδίτης λυράρης και γεωργός δεν διασώζει μόνο τραγούδια και σκοπούς· διασώζει μνήμες, ιστορίες, εικόνες και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής που κινδύνεψε να χαθεί μέσα στον χρόνο. Μέσα από τη λύρα του, τη φωνή του αλλά και τη ζωή του στη γη της Ρόδου, συνεχίζει να κρατά ζωντανή την ψυχή ενός τόπου που εξακολουθεί να τραγουδά μέσα στους αιώνες.
