Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.
Η πολιτική αντιπαράθεση έχει κανόνες, αλλά κυρίως έχει ένα απαράβατο όριο, το σεβασμό στους θεσμούς και την αλήθεια. Δυστυχώς, η πρόσφατη στάση της κας Χρύσας Καραγιάννη ξεπέρασε κάθε όριο σοβαρότητας, εκθέτοντας την ίδια και την παράταξή της.
Αντί η κα Καραγιάννη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να καταδικάσει απερίφραστα το ψέμα, τη συκοφαντία και την τοξικότητα —όπως ορθά έκρινε η ελληνική Δικαιοσύνη— επέλεξε τον ολισθηρό δρόμο της έμμεσης πλην σαφούς κάλυψης. Βγήκε στον καταδικασθέντα δις για ψέματα, συκοφαντική δυσφήμιση και άλλα πολλά Αντώνη Μαρτίνη και, απαντώντας σε ερώτηση για τη συγκεκριμένη καταδίκη δημοσιολόγου για συκοφαντική δυσφήμιση, προτίμησε να μιλήσει γενικά και αόριστα για «καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου και του τύπου στη χώρα μας».
Η συκοφαντία δεν είναι δημοσιογραφία. Η ελευθεροτυπία είναι ιερό δικαίωμα, αλλά η λάσπη, η ύβρις και η δολοφονία χαρακτήρων είναι ποινικά αδικήματα.
Η Δικαιοσύνη μίλησε. Όταν τα δικαστήρια καταδικάζουν κάποιον κατ’ εξακολούθηση, το να επικαλείσαι την «ελευθερία του λόγου» για να τον καλύψεις αποτελεί ευθεία προσβολή προς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης και τους νόμους του κράτους.
Η «αποδελτίωση» δεν είναι «παρακολούθηση»: Τα αυτονόητα που έγιναν… φαντάσματα
Το να βαφτίζει η κα Καραγιάννη τη νόμιμη, θεσμική και αυτονόητη «αποδελτίωση» των ΜΜΕ ως… «παρακολούθηση», δείχνει απλώς την πλήρη άγνοια ή τη συνειδητή πρόθεσή της να δημιουργήσει φαντάσματα εκεί που δεν υπάρχουν.
Σε κάθε οργανωμένο φορέα και Περιφέρεια, η καταγραφή του δημόσιου διαλόγου αποτελεί καθημερινή πρακτική ενημέρωσης και όχι «μηχανισμό παρακολούθησης». Η προσπάθεια να εφευρεθούν θεωρίες συνωμοσίας είναι το τελευταίο καταφύγιο προκειμένου να μαζευτούν τα ασυμμάζευτα μιας ατυχούς πολιτικής τοποθέτησης.
Κανένας δεν αδίκησε την κα Καραγιάννη. Τα ίδια τα γραπτά και τα λόγια της τη διαψεύδουν. Όταν η Δικαιοσύνη καταδικάζει τη λάσπη, η μόνη υπεύθυνη στάση για έναν πολιτικό είναι η καταδίκη του ψεύδους. Οτιδήποτε άλλο είναι φτηνή μικροπολιτική σκοπιμότητα.
