Οι Απόστολος και Δημήτρης Χρονόπουλος, δύο αδέρφια από τον Άγιο Σώστη της Μεσσηνίας, έχασαν τη ζωή τους στο ναυάγιο του «αβύθιστου» υπερωκεανίου – Η απώλεια σημάδεψε τη ζωή του αδελφού τους που τους είχε καλέσει στην Αμερική, όπως αποκαλύπτει ο 92χρονος εγγονός του
«Εις μνήμην των τεσσάρων Ελλήνων θυμάτων του Τιτανικού του έτους 1912 αναζητούντων καλυτέραν τύχην εις ΗΠΑ δι’ εαυτούς και οικογενείας των. Βασιλείου Γ. Καταβέλου – Παναγιώτου Κ. Λυμπερόπουλου – Αποστόλου Μ. Χρονόπουλου – Δημητρίου Μ. Χρονόπουλου» γράφει η μαρμάρινη πλάκα του. Και στα Αγγλικά βεβαίως, ακριβώς από κάτω. Ενώ στην κορυφή υπάρχει χαραγμένη και η μορφή του Τιτανικού.

Ο Απόστολος και ο Δημήτριος Χρονόπουλος ήταν αδέρφια. 26 χρονών ο πρώτος, 21 ο δεύτερος. Με αφορμή το εν λόγω δημοσίευμα, ένας πολύ στενός συγγενής των δύο αδερφών, δύο γενεών μετά, βρήκε την ευκαιρία να προσθέσει πολύτιμες πληροφορίες στην ιστορία τους με την γνωστή τραγική δυστυχώς κατάληξη. Είναι ο 92χρονος Νίκος Κομποχόλης, εγγονός του μεγαλύτερου αδερφού τους, Ηλία Χρονόπουλου, αυτονοήτως και δικός τους. Ο κ. Ν. Κομποχόλης είναι γιος της κόρης του Ηλία Χρονόπουλου, Ευγενίας και του Γιάννη Κομποχόλη. Κατοικεί στην Καβάλα, όπου ο παππούς του Ηλίας Χρονόπουλος κάποια στιγμή μετακόμισε από τη Λάρισα, έχοντας προηγουμένως επαναπατριστεί από τις ΗΠΑ. Εκεί, παντρεύτηκε την Ελένη Βασιλειάδου, που έχει φύγει από τη ζωή και έχει αποκτήσει δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Ευγενία που δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες.
Η διήγηση του κ. Κομποχόλη, επιβεβαιώνει καταρχάς το αίτιο της μαζικής μετανάστευσης την εποχή εκείνη, τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα, των Ελλήνων νέων στην Αμερική. Ιδίως από την Πελοπόννησο. Ήταν η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, καθώς η χώρα υπέφερε καθώς στην χρεοκοπία του 1893 και το καταστροφικό αποτέλεσμα του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 είχε προστεθεί η παρατεταμένη σταφιδική κρίση (1893-1905) που αύξησε δραματικά τα επίπεδα φτώχειας στη χώρα, ιδίως στη νότια Ελλάδα. Από το 1890 μέχρι και το 1924 το ελληνικό μεταναστευτικό ρεύμα ειδικότερα προς την Αμερική πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Ενδεικτικά, το 1900 υπήρχαν στις ΗΠΑ μόλις 15.000 Έλληνες. Στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφταναν τους 450.000.


Ο μεγάλος αδερφός
Όπως περιγράφει ο κ. Νίκος Κομποχόλης «ο Αποστόλης και ο Δημήτρης είχαν και έναν μεγαλύτερο αδερφό, που βρισκόταν ήδη στην Αμερική. Είχε πάει λίγα χρόνια νωρίτερα, από το 1908. Λεγόταν Ηλίας και είχε γεννηθεί γύρω στο 1875. Τον παππού μου, δηλαδή. Αυτός τους έκανε τις ατομικές προσκλήσεις για να μπορέσουν να γίνουν δεκτοί στις Ηνωμένες Πολιτείες και να εργαστούν. Τους έστειλε και τα εισιτήρια, γιατί εκείνοι ούτε αυτά δεν μπορούσαν να τα πληρώσουν. Στη Μασσαλία όμως, άλλαξαν τα εισιτήρια τους για να ταξιδέψουν με τον Τιτανικό».
Το παρθενικό -αλλά και τελευταίο- ταξίδι του Τιτανικού ξεκίνησε από το Σαουθάμπτον στις 12 το μεσημέρι της 10ης Απριλίου 1912. Θα έφτανε στη Νέα Υόρκη στις 17 του μήνα. Αλλά «τον πρόλαβε» το μοιραίο παγόβουνο στο οποίο προσέκρουσε στις 23.40 της νύχτας της 14ης Απριλίου για να βυθιστεί μερικές ώρες αργότερα.
Μάταια τους περίμενε τελικά. Στο «Καρπάθια» που είχε περισυλλέξει τους επιζώντες, ουδείς Έλληνας υπήρχε. Ειδικά για τα δυο αδέρφια, κανείς δεν ξέρει ούτε ποτέ έμαθε κανείς, εάν παρασύρθηκαν μαζί με τον Τιτανικό στο βυθό ή εάν οι σοροί τους βρέθηκαν και ποντίστηκαν εκ νέου στη θάλασσα, επειδή δεν αναζητήθηκαν εγκαίρως από κάποιον συγγενή ή γνωστό, άλλο ενδιαφερόμενο προκειμένου να αναγνωριστούν. Αυτή ήταν τότε η διαδικασία που ίσχυε για τα θύματα ναυαγίων.

Οι ενοχές, η επιστροφή και 6 παιδιά χαμένα
Όπως περιγράφει ο κ. Κομποχόλης, μετά την οριστικοποίηση της απώλειας των δυο μικρότερων αδερφών του, ο παππούς του, Ηλίας Χρονόπουλος «βασανιζόταν σε όλη του τη ζωή από ενοχές. Θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για του χαμό του Αποστόλη και του Δημήτρη γιατί αυτός τους είχε καλέσει να πάνε στην Αμερική. Κατέρρευσε. Χρειάστηκε να νοσηλευθεί μάλιστα σε ψυχιατρικό ίδρυμα για κάποιο διάστημα».
Κάποια στιγμή συνήλθε, αλλά στην πραγματικότητα φαίνεται ότι δεν το ξεπέρασε ποτέ. «Αποφάσισε να διαλύσει κάθε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να επιστρέψει άρον-άρον στην Ελλάδα. Αρχικά εγκαταστάθηκε στη Λάρισα όπου ανέλαβε το τοπικό πρακτορείο εφημερίδων και στη συνέχεια μετακόμισε στην Καβάλα, που μόλις είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό, όπου έκανε την ίδια δουλειά» προσθέτει ο εγγονός του, περιγράφοντας τον ως έναν λιγομίλητο και κατά τα άλλα σκληρό σαν χαρακτήρα άνθρωπο.

Στην όλη τραγική εξέλιξη με την τύχη των δυο αδερφών του, προστέθηκε και μια απρόσμενη νέα πτυχή. Όπως αναφέρει ο κ. Κομποχόλης, «στην Καβάλα, ο παππούς και η γιαγιά απέκτησαν έξι ακόμα παιδιά. Τα έχασαν όλα, το ένα πίσω από το άλλο, πριν συμπληρώσουν καν δυο μήνες ζωής. Οι γιατροί απέδωσαν τους θανάτους σε παρενέργειες των φαρμάκων που έπαιρνε στην Αμερική για την ψυχική νόσο που τον έπληξε λόγω του θανάτου των αδερφών του». Ευτυχώς είχε προλάβει να αποκτήσει μια κόρη, τη μητέρα του κ. Νίκου Κομποχόλη, ο οποίος τον διαδέχτηκε αργότερα στο πρακτορείο στην Καβάλα και σήμερα, τρίτη γενιά, ο Γιάννης Κομποχόλης, ο οποίος συνέβαλε από την πλευρά του, στην εξιστόρηση των γεγονότων.
Ο Ηλίας Χρονόπουλος έφυγε πλήρης ημερών, το 1963. και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον χαμό του Αποστόλη και του Δημήτρη.

Από τον Άγιο Σώστη μέχρι τη μοιραία στιγμή
Τι μεσολάβησε όμως, από το ξεκίνημα του ταξιδιού των δυο αδελφών από τον Άγιο Σώστη μέχρι την ώρα του ναυαγίου του Τιτανικού; Συγχρόνως με τα δυο αδέρφια, ξεκίνησαν τις ίδιες ημέρες για το ίδιο ταξίδι προς την απέναντι ακτή του Ατλαντικού, άλλοι δυο συγχωριανοί τους. Ο 30χρονος Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος των Χρονόπουλων και επέστρεφε στην Αμερική για να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες σε μια μικρή επιχείρηση που είχε ώστε στη συνέχεια να επαναπατριστεί οριστικά, έχοντας ήδη παντρευτεί και βαφτίσει τον μόλις 2 μηνών γιο του τις προηγούμενες ημέρες. Επίσης, ο 18χρονος Βασίλης Καταβέλος, με τον οποίο οι Χρονόπουλοι δεν είχαν πάντως συγγενική σχέση.
Οι τέσσερις τους συναντήθηκαν στη Μασσαλία. Εκεί ο Λυμπερόπουλος τους είπε πως έμαθε ότι ένα τεράστιο, υπερσύγχρονο πλοίο, ο Τιτανικός, θα έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Αμερική, σε λιγότερο από το μισό χρόνο που χρειάζονταν τα άλλα υπερωκεάνια της εποχής. Και μάλιστα με το εισιτήριο της τρίτης θέσης στον Τιτανικό να είναι περίπου ίδιο με εκείνο των άλλων πλοίων. Οι τέσσερις νέοι το σκέφτηκαν και αποφάσισαν να αλλάξουν τα εισιτήρια τους και να ταξιδέψουν με τον Τιτανικό. Ο Λυμπερόπουλος επιβεβαίωσε μάλιστα, στέλνοντας γράμμα στη γυναίκα του, αναφέροντας ότι «σε πέντε ημέρες θα ταξιδέψουμε με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο ατμόπλοιο του κόσμου», ο ίδιος και οι τρεις συγχωριανοί του, προκειμένου να την καθησυχάσει.


Από τη Μασσαλία πήραν το τρένο και πήγαν στο λιμάνι του Χερβούργου, την Τετάρτη 10 Απριλίου 1912. Εκεί επιβιβάστηκαν στον Τιτανικό, που με καπετάνιο τον 62χρονο Βρετανό Έντουαρντ Σμιθ (αρχικαπετάνιο της White Star Line) και πλήρωμα 899 άνδρες και γυναίκες, είχε αποπλεύσει λίγες ώρες νωρίτερα από το λιμάνι του Σαουθάμπτον. Επέβαιναν ήδη 922 επιβάτες, ενώ από το Χερβούργο επιβιβάστηκαν άλλοι 274, ανάμεσά τους και οι τέσσερις Έλληνες νέοι, ενώ αποβιβάστηκαν 24 τυχεροί. Στις 11.30 π.μ. της επομένης κατέπλευσε στο λιμάνι του Κορκ της Ιρλανδίας και λίγο αργότερα χάραξε πορεία προς τη Νέα Υόρκη μέσω του Βορείου Ατλαντικού. Μεταφέροντας πλέον, συνολικά 1.308 επιβάτες, σύνολο 2.207 ψυχές.
Η υπόλοιπη ιστορία είναι γνωστή. Μετά τρεις μέρες ταξιδιού χωρίς προβλήματα, στις 11.40 τη νύχτα της 14ης Απριλίου, ο Τιτανικός προσέκρουσε σε παγόβουνο, που έσκισε το κύτος του τεράστιου σκάφους, ξεκινώντας από την πλώρη, καταστρέφοντας και τα 5 στεγανά μέρη της, επιτρέποντας την εισροή υδάτων. Ο καπετάνιος του, πιστεύοντας, παντελώς λανθασμένα, ότι τα παγόβουνα δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνδυνο για ένα τέτοιο πλοίο, αγνόησε προηγούμενες προειδοποιήσεις για επιπλέοντα παγόβουνα στην περιοχή του Newfound Land και συνέχισε με πρόσω τις μηχανές και ταχύτητα 22 κόμβων.
Ο Τιτανικός ήταν καταδικασμένος. Δύο ώρες και σαράντα λεπτά αργότερα, στις 02.20 π.μ. της 15ης Απριλίου, βυθίστηκε, παρασύροντας στο θάνατο, βάσει των στοιχείων της Encyclopedia Titanica, 1.495 ανθρώπους. Ανάμεσά τους και οι τέσσερις άτυχοι Έλληνες. Είναι άγνωστο πού βρισκόταν ο καθένας τους την ώρα της πρόσκρουσης του πλοίου στο παγόβουνο και της βύθισης του που ακολούθησε. Ως επιβάτες όμως της τρίτης θέσης και επιπροσθέτως άνδρες, είχαν και πολύ περιορισμένες δυνατότητες πρόσβασης στα ούτως ή άλλως εντελώς ανεπαρκή σωστικά μέσα του κατά τα άλλα υπερπολυτελούς υπερωκεανίου.

Η αλλαγή των εισιτηρίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων «Encyclopedia Titanica», που προκύπτουν από τη Λίστα Συμβατικών Εισιτηρίων της White Star Line 1912 και τα Εθνικά Αρχεία της Νέας Υόρκης (NRAN), ο Απόστολος Χρονόπουλος είχε εισιτήριο Γ΄ θέσης με αριθμό 2680, που του στοίχισε 14 λίρες, 9 σελίνια και 1 πένα. Στα στοιχεία της Titanica αναφέρεται ως γενικός εργάτης. Ωστόσο και ο Δημήτρης είχε εισιτήριο (Γ΄ θέσης), περιέργως με τον ίδιο ακριβώς αριθμό με τον αδερφό του, εννοείται και κόστος. Προστίθεται επίσης στα στοιχεία, ότι οι σοροί τους δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Παναγιώτης Κ. Λυμπερόπουλος είχε το εισιτήριο με αριθμό 2683, Γ’ Θέσης, με κόστος 6 λίρες, 8 σελίνια και 9 πένες και ο Βασίλης Καταβέλος αντιστοίχως με αριθμό 2682, πάντα της Γ΄ θέσης και με κόστος 7 λίρες, 4 σελίνια και 7 πένες. Η διαφορά τιμής για το εισιτήριο ίδιας θέσης των δυο αδερφών Χρονόπουλων με εκείνα των δυο συμπατριωτών τους, ενισχύει την εκδοχή του ότι άλλαξαν όντως τα εισιτήρια τους, που ήταν με άλλο πλοίο, στη Μασσαλία.
Ο Παν. Λυμπερόπουλος πάλεψε για τη ζωή του. Ήταν όμως, πολύ άτυχος. Κατάφερε να επιβιβαστεί σε μια -μάλλον από τις πτυσσόμενες- σωσίβια λέμβο, που όμως φαίνεται ότι παρασύρθηκε από τα νερά αρκετά βόρεια και έτσι το Καρπάθια, δεν τους εντόπισε. Μετά από δυο μήνες σχεδόν, οι ναύτες του πλοίου Mackay Bennett, εντόπισαν τη σωστική λέμβο, σε μια ακτή του Καναδά. Όμως ήταν πολύ αργά, όλοι οι επιβάτες είχαν ήδη πεθάνει προφανώς από ασιτία. Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε και το άψυχο σώμα του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου. Ένας άδικος αλλά και επώδυνος θάνατος. Στις 10 Μαΐου τάφηκε στο κοιμητήριο Mount Olivet του Χάλιφαξ.
Το ίδιο πλοίο είχε ανασύρει αρκετά νωρίτερα από τη θάλασσα τη σορό του μόλις 18χρονου Βασίλη Καταβέλου. Πήγαινε να βρει τον αδερφό του Παναγιώτη στο Μιλγουόκι. Η σορός του ποντίστηκε εκ νέου στη θάλασσα στις 22 Απριλίου 1912, καθώς οι συγγενείς του δεν πρόλαβαν να τον αναγνωρίσουν.

