Η περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας και Αυστρίας στον τουρισμό, την ενέργεια, την άμυνα και το μεταναστευτικό βρέθηκε στο επίκεντρο των δηλώσεων του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, μετά τη συνάντησή του με τον καγκελάριο της Αυστρίας στο Σάλτσμπουργκ. Ο πρωθυπουργός έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη μείωσης του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, στην εφαρμογή του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, αλλά και στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων.
Όπως μεταδίδει η ΕΡΤ, ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε εξαιρετικές τις σχέσεις Ελλάδας και Αυστρίας, επισημαίνοντας ότι οι δύο χώρες αποτελούν δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς η μία για τους πολίτες της άλλης.
Όπως ανέφερε, η παρουσία των αρμόδιων υπουργών Τουρισμού στις συνομιλίες αποτυπώνει τη βούληση για περαιτέρω συνεργασία, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και στην ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό υπενθύμισε και την πρόσφατη αναγνώριση του Ολύμπου ως μνημείου παγκόσμιας φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, υπογραμμίζοντας ότι Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για ανταγωνιστικότητα όταν επιχειρήσεις και νοικοκυριά πληρώνουν υψηλότερες τιμές ενέργειας από τους διεθνείς ανταγωνιστές της.
Ο πρωθυπουργός ζήτησε μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε το χαμηλότερο κόστος παραγωγής από τις ανανεώσιμες πηγές να μεταφέρεται στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα εξελίσσεται σε ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τονίζοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί πλέον και ζήτημα γεωπολιτικής ασφάλειας.
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή άμυνα, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά της, να ενισχύσει τις κοινές αμυντικές δυνατότητες και να διασφαλίσει την επιχειρησιακή της ετοιμότητα.
Επισήμανε ακόμη ότι η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να παραμένει θεωρητική, αλλά πρέπει να αποτελεί ουσιαστική εγγύηση για κάθε κράτος-μέλος, ενώ έκανε αναφορά και στις δυνατότητες συνεργασίας Ελλάδας και Αυστρίας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και της καινοτομίας.
Ο πρωθυπουργός ευχαρίστησε την Αυστρία για τη διαχρονική στήριξη των ελληνικών θέσεων στο μεταναστευτικό, υπενθυμίζοντας τη συνδρομή της στον Έβρο τον Μάρτιο του 2020 και τονίζοντας ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων αποτελεί πλέον κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη.
Όπως είπε, έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στη μείωση των παράνομων μεταναστευτικών ροών, ωστόσο απαιτείται ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα επιστροφών και στενότερη συνεργασία με τις χώρες προέλευσης.
“Όσοι δεν δικαιούνται άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να γνωρίζουν πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους ότι θα επιστρέψουν στη χώρα προέλευσής τους”, υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι το μήνυμα αυτό πρέπει να είναι κοινό και ευρωπαϊκό.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ευρώπη οφείλει να δημιουργήσει νόμιμες και οργανωμένες οδούς μετανάστευσης, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των ευρωπαϊκών οικονομιών με ασφαλή και ελεγχόμενο τρόπο.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι Ελλάδα και Αυστρία συμφωνούν πως ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός πρέπει να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, στηρίζοντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης επανέλαβε ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερός υποστηρικτής της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως κάθε υποψήφια χώρα οφείλει να τηρεί το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις διεθνείς συνθήκες και τα δικαιώματα των μειονοτήτων.
Αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εξέφρασε την ανάγκη να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση, επισημαίνοντας ότι η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί στρατηγικής σημασίας ζήτημα για την Ελλάδα και τη διεθνή οικονομία.
Οι απαντήσεις για το μεταναστευτικό
Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία, επισημαίνοντας ότι μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει πλέον ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης του μεταναστευτικού.
Όπως είπε, οι μεταναστευτικές ροές έχουν μειωθεί σημαντικά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αυστρία, ενώ τόνισε ότι η Ελλάδα είναι θετική στη διερεύνηση νέων ευρωπαϊκών λύσεων για τις επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να συνδυάσει την αυστηρή φύλαξη των εξωτερικών συνόρων και τις αποτελεσματικές επιστροφές με τη δημιουργία νόμιμων οδών μετανάστευσης, ώστε να καλύπτονται οι πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας με οργανωμένο και ασφαλή τρόπο.
Κρ. Στόκερ: Η Ελλάδα παράδειγμα επιτυχούς μεταρρυθμιστικής πολιτικής
Ο καγκελάριος της Αυστρίας Κρίστιαν Στόκερ συνεχάρη τον Έλληνα πρωθυπουργό για το επίτευγμα της Ελλάδας να καταστεί “μια από τις πλέον ανθεκτικές οικονομίες της Ευρώπης”, ενώ ανέδειξε την Ελλάδα ως “παράδειγμα επιτυχούς μεταρρυθμιστικής πολιτικής”.
“Η Ελλάδα έχει καταφέρει πλέον να γίνει μία από τις πιο ανθεκτικές οικονομίες της Ευρώπης. Αγαπητέ Κυριάκο, θα ήθελα να σε συγχαρώ θερμά γι’ αυτό το επίτευγμα. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, είναι και δικό σου επίτευγμα το γεγονός ότι η Ελλάδα κατάφερε αυτή την εξέλιξη. Η Ελλάδα αποτελεί πλέον ένα σημαντικό παράδειγμα επιτυχημένης μεταρρυθμιστικής πολιτικής, την οποία έχουμε επειγόντως ανάγκη σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και στην Αυστρία”, δήλωσε ο Στόκερ μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών νωρίτερα σήμερα στο Σάλτσμπουργκ και αναφέρθηκε εκτενώς στα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών.
Περιέγραψε τον Τουρισμό ως “σταθερή γέφυρα η οποία ενώνει τις δύο χώρες”, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα είναι πάντα ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για τους Αυστριακούς και αναφέρθηκε στις δυνατότητες συνεργασίας για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουριστικού προϊόντος.
Ο Αυστριακός καγκελάριος τόνισε επίσης τον κεντρικό ρόλο της Ελλάδας στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, επισημαίνοντας ότι απαιτείται η στήριξη και η αλληλεγγύη στις προσπάθειές της, ενώ σημείωσε και την ανάγκη διατήρησης της ενταξιακής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο μεταναστευτικό, επισημαίνοντας ότι Ελλάδα και Αυστρία συνέβαλαν καθοριστικά στην αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.
“Η Ελλάδα έχει να διαδραματίσει έναν ακόμη πιο καθοριστικό ρόλο και της είμαστε ευγνώμονες για την προστασία των εξωτερικών συνόρων”, δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη.
Αναφέρθηκε επίσης στη συνδρομή της Αυστρίας μέσω της Frontex, με την αποστολή 15 Αυστριακών αξιωματικών στην Ελλάδα, ενώ τάχθηκε υπέρ της πλήρους εφαρμογής του νέου Συμφώνου για το Άσυλο και της δημιουργίας κέντρων επιστροφής (return hubs) για απορριφθέντες αιτούντες άσυλο, εκφράζοντας την προσδοκία να λειτουργήσουν τα πρώτα κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε. το 2027.
Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν, σύμφωνα με τον καγκελάριο, ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης αποτελεί προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ευημερίας των επόμενων γενεών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις υψηλές τιμές ενέργειας, ζητώντας μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ώστε το χαμηλό κόστος παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές να αντανακλάται στις τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κλιματική πολιτική πρέπει να συμβαδίζει με την οικονομική ανάπτυξη και τη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ο Αυστριακός καγκελάριος αναφέρθηκε επίσης στη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαρακτηρίζοντας ενθαρρυντική την πρόοδο του Μαυροβουνίου και εκφράζοντας την αισιοδοξία του για την ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι πρέπει να παραμείνει ανοιχτή η ευρωπαϊκή προοπτική και για τις υπόλοιπες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, με στόχο την ενίσχυση των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων στην περιοχή.
Κλείνοντας τις δηλώσεις του, ο καγκελάριος ευχαρίστησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την επίσκεψή του στο Ζάλτσμπουργκ, κάνοντας λόγο για εξαιρετικές συνομιλίες και εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η στενή συνεργασία Ελλάδας και Αυστρίας θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.
Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΕΡΤ
