Η Κατερίνα Κόττη, μητέρα της Ντόρας, η οποία δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της, σχολιάζοντας τις δηλώσεις της Μαρίας Γρατσία για τον όρο “γυναικοκτονία” ανέφερε πως οι γυναίκες δολοφονούνται επειδή απλά θέλουν να είναι ελεύθερες, να πουν “όχι” σε μια σχέση ή να απομακρυνθούν από την κακοποίηση
Για τις δηλώσεις της Μαρίας Γρατσία για τις γυναικοκτονίες μίλησε η μητέρα της Ντόρας Ζαχαριά, η οποία έχασε τη ζωή της από το χέρι του πρώην συντρόφου της στη Ρόδο. Όπως ανέφερε η κ. Κατερίνα Κόττη, μεταξύ άλλων, «ναι, υπάρχει γυναικοκτονία! Και πρέπει όλοι οι πολιτικοί να το δουν, να σταθούν πάνω σε αυτό, να αφήσουν τις μικροπολιτικές τους διαφορές και να σταθούν και να βρουν λύσεις που θα σώσουν ζωές επιτέλους», ενώ σε άλλο σημείο συμπλήρωσε ότι «δεν ξέρετε τι προσπάθεια κάνω, και εγώ και όλες οι μητέρες. Να μην χάσουμε και τα άλλα μας παιδιά».
Υπενθυμίζεται ότι η Μαρία Γρατσία δήλωσε ότι αποφεύγει να υιοθετήσει τον όρο «γυναικοκτονία», υποστηρίζοντας ότι «η αξία του ανθρώπου είναι η ίδια ανεξαρτήτως φύλου». «Δεν μπορώ τόσο παρορμητικά να τοποθετηθώ επί της συγκεκριμένης λέξης, γιατί εισάγει μία διάκριση. Από ‘κει και πέρα όμως στα ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας, όπου και εκεί βέβαια έχουμε πάρα πολλά κρούσματα και αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία τεράστιο θέμα, βεβαίως αυτό είναι ένα αυτοτελές κεφάλαιο προκειμένου ουσιαστικά να ενισχυθεί ο θεσμός της οικογένειας, να είναι ενήμερα τα ζευγάρια, ή οποιοσδήποτε είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας, για τις δυνατότητες που έχει και τις παροχές που του δίνει το κράτος είτε από άποψη ψυχολογικής στήριξης, είτε από άποψη παροχής νομικής βοήθειας, που είναι πάρα πολύ σημαντικό», δήλωσε η κα Γρατσία στο MEGA.
“Δολοφονούνται γυναίκες επειδή απλά είναι γυναίκες”
Η Κατερίνα Κόττη, μητέρα της Ντόρας, η οποία δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της, ανέφερε πως οι γυναίκες δολοφονούνται επειδή απλά θέλουν να είναι ελεύθερες, να πουν «όχι» σε μια σχέση ή να απομακρυνθούν από την κακοποίηση. «Ζητάμε να αναγνωριστεί ο όρος γυναικοκτονία– όχι γιατί η ζωή μιας γυναίκας αξίζει περισσότερο από κάποιου άντρα, αλλά γιατί δολοφονούνται γυναίκες επειδή απλά είναι γυναίκες. Επειδή θέλουν να πουν “όχι”, να φύγουν μακριά από τη σχέση που έχουν, να ζήσουν ελεύθερες. Να φύγουν μακριά από την κακοποίηση, απ’ αυτή τη σεξιστική βία, είτε μπορεί αυτή να είναι οικονομική, είτε μπορεί να είναι εξευτελισμός», είπε.
«Οπότε δεν είναι η διάκριση το πρόβλημα της αναγνώρισης του όρου, είναι η αναγνώριση της πραγματικότητας. Αν δεν αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει πρόβλημα, δεν θα βρεθεί και η λύση. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε σαν πρόβλημα και να το δούμε πλέον ζεστά. Αν το αφήνουμε έτσι, να λέει ο καθένας τη θεωρία του… Ρωτήστε εμάς, τους γονείς που έχουμε χάσει τα παιδιά μας, να σας πούμε. Από θεωρίες ακούμε, ακούμε, ακούμε… Εμείς το ζούμε»
«Τα παιδιά μας χάσαμε. Όλοι οι άλλοι λένε, λένε, λένε. Βγαίνει ο καθένας, λέει το δικό του, γράφει ο άλλος το δικό του. Έχει ζήσει το ίδιο πράγμα; Έχει περάσει; Ξέρετε τι παιδιά έχουμε χάσει; Εγώ έχω χάσει μια Ντόρα που περπατούσε και έτρεμε το πάτωμα». «Ναι, υπάρχει γυναικοκτονία! Και πρέπει όλοι οι πολιτικοί να το δουν, να σταθούν πάνω σε αυτό, να αφήσουν τις μικροπολιτικές τους διαφορές και να σταθούν και να βρουν λύσεις που θα σώσουν ζωές επιτέλους».
«Δεν ξέρετε τι προσπάθεια κάνω, και εγώ και όλες οι μητέρες. Να μην χάσουμε και τα άλλα μας παιδιά. Εγώ μεγάλωσα σε μια ωραία οικογένεια, με τις αδερφές μου, την οικογένειά μου, με χαρές και αυτά τα παιδιά έχουν πληγωθεί από τώρα. Πώς θα συνεχίσουν; Προσπαθούν, δεν λέω, προσπαθούν. Και είμαι στήριγμά τους για να σταθεί όλη η οικογένεια, ο ένας στηρίζει τον άλλον. Όλοι πονάμε. Όπως είχαμε πει εμείς οι “χαροκαμένες”, ότι θέλουμε εμείς να είμαστε οι τελευταίες μητέρες και να μην υπάρξει άλλη μητέρα που θα αντιμετωπίσει αυτό το πράγμα», είπε.
Όσον αφορά τη δράση της οργάνωσης “Γίνε Άνθρωπος”, ανέφερε πως έχουν μεταφέρει το ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζητώντας την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και της γυναικοκτονίας ως ζητήματος θεσμικής ευθύνης, ενώ εέχουν καταθέσει νομοσχέδιο στην Ελλάδα με προτάσεις για νομική κάλυψη και στήριξη οικογενειών, πρόληψη μέσω της εκπαίδευσης, αυστηρότερη προστασία των γυναικών και ηλεκτρονική επιτήρηση των δραστών.
