Ερωτήματα για τον σχεδιασμό και το πραγματικό χρονοδιάγραμμα αναβάθμισης των υποδομών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας

Στο παρά πέντε και με νέα τροποποίηση της τελευταίας στιγμής, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) αλλάζει εκ νέου τον σχεδιασμό για το έργο εκσυγχρονισμού της ελληνικής αεροναυτιλίας, αφαιρώντας τελικά από το βασικό αντικείμενο της σύμβασης την αναβάθμιση των επτά κρίσιμων ραντάρ της χώρας.
Η απόφαση αυτή, που ελήφθη μόλις λίγους μήνες μετά την προηγούμενη έγκριση για συνολικό πακέτο εκσυγχρονισμού, αναδιαμορφώνει πλήρως το έργο απειλώντας με περαιτέρω καθυστερήσεις και προκαλώντας ερωτήματα για τον σχεδιασμό και το πραγματικό χρονοδιάγραμμα αναβάθμισης των υποδομών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, η ΥΠΑ προχωρά πλέον σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς ανοικτό διεθνή διαγωνισμό μόνο για την αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων Πτήσεων (DPS), δηλαδή του κεντρικού ψηφιακού συστήματος διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, με προϋπολογισμό 126,17 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ και μοναδικό «συνομιλητή» τη γαλλική Thales.
Τα επτά ραντάρ που πάνε σε μελλοντικό διαγωνισμό
Τα επτά ραντάρ σε Καμάρα, Υμηττό, Ελληνικό, Λευκάδα, Κύθηρα, Πήλιο και αυτό της Μερέντας που παρουσιάζει συνεχή προβλήματα, βγαίνουν πλέον εκτός της παρούσας σύμβασης και παραπέμπονται σε μελλοντικό ανοικτό διαγωνισμό για προμήθεια νέων συστημάτων. Πρόκειται για ραντάρ που θεωρούνται ήδη απαρχαιωμένα και τα οποία εδώ και χρόνια βρίσκονται στο επίκεντρο προειδοποιήσεων από τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και ευρωπαϊκούς φορείς για την κατάσταση των ελληνικών υποδομών αεροναυτιλίας.
Πηγές κοντά στην υπόθεση διαβεβαιώνουν ότι ο διαγωνισμός για την προμήθεια καινούριων συστημάτων επιτήρησης θα βγει σύντομα στον αέρα, ωστόσο επί του παρόντος ένα από τα πιο κρίσιμα σκέλη του συνολικού εκσυγχρονισμού μετατίθεται ξανά χρονικά, παρότι η ίδια η ΥΠΑ αναγνωρίζει ότι πρόκειται για «αδήριτη ανάγκη».
Μάλιστα, η νέα αναδίπλωση έρχεται ενώ η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό στενή ευρωπαϊκή παρακολούθηση για τις καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων αεροναυτιλίας έχοντας ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβιάσεις υποχρεώσεων που σχετίζονται με τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό, ενώ η Κομισιόν έχει επανέλθει με νέες προειδοποιήσεις για την αργή πρόοδο κρίσιμων έργων.
Να σημειωθεί ότι η ίδια η διοίκηση της ΥΠΑ είχε εγκρίνει πριν από λίγους μήνες διαφορετικό μοντέλο υλοποίησης, το οποίο περιλάμβανε αναβάθμιση στα ραντάρ μέσα στην ίδια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τη Thales. Σήμερα, όμως, το έργο «σπάει» στα δύο, με την ΥΠΑ να υποστηρίζει πλέον ότι συμφέρει περισσότερο η αγορά νέων ραντάρ αντί της αναβάθμισης των παλαιών.
Στα υπηρεσιακά έγγραφα επισημαίνεται ότι η επιλογή νέων συστημάτων θεωρείται προτιμότερη «σε περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων κυβερνοασφάλειας, επιχειρησιακής διαθεσιμότητας και κανονιστικής συμμόρφωσης» με την εξέλιξη αυτή, πάντως, να επιβεβαιώνει το μοτίβο συνεχών ανατροπών και τις παλινωδίες γύρω από ένα έργο, το οποίο έχει επικριθεί και από τον κλάδο των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.
Σύμφωνα με όσα έχουν καταγγείλει στο παρελθόν, το έργο εμφανιζόταν το 2024 με εκτιμώμενο κόστος περίπου 76 εκατ. ευρώ, στη συνέχεια εκτινάχθηκε κοντά στα 160 εκατ., ενώ πλέον με την τελευταία απόφαση της ΥΠΑ και την αφαίρεση των ραντάρ διαμορφώνεται στα 126 εκατ. ευρώ. Οι ελεγκτές είχαν καταγγείλει ότι οι αυξήσεις του προϋπολογισμού γίνονταν χωρίς να έχουν παρουσιαστεί πλήρεις τεχνικές προδιαγραφές, κάνοντας λόγο για αδιαφανή εικόνα ως προς το τελικό αντικείμενο και τις πραγματικές δυνατότητες του συστήματος που θα παραδοθεί.

Η απευθείας ανάθεση στην Thales
Οσον αφορά το DPS, είναι αυτό που θα προχωρήσει με απευθείας διαπραγμάτευση με τη Thales με τη λύση αυτή να παρουσιάζεται ουσιαστικά ως μονόδρομος από την ΥΠΑ, η οποία επικαλείται επιχειρησιακές ανάγκες αλλά και ευρωπαϊκές πιέσεις. Το 2024 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των υποχρεώσεών της στον τομέα της αεροναυτιλίας, εξαιτίας της αποτυχίας εφαρμογής κρίσιμων συστημάτων δεδομένων και επικοινωνίας στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ουρανό. Παράλληλα, η Κομισιόν απέστειλε στα τέλη του 2025 νέα αιτιολογημένη γνώμη, προειδοποιώντας ουσιαστικά για νέο γύρο κυρώσεων εάν δεν επιταχυνθούν οι αναβαθμίσεις.
Βασικό επιχείρημα της ΥΠΑ είναι ότι τα υπάρχοντα συστήματα έχουν αναπτυχθεί από τη συγκεκριμένη εταιρεία ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και βασίζονται σε δική της τεχνολογία και αρχιτεκτονική. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, οποιαδήποτε παρέμβαση άλλου προμηθευτή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα διαλειτουργικότητας και επιπλέον καθυστερήσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΑΔΗΣΥ άναψε πριν από λίγους μήνες το «πράσινο φως» για τη διαδικασία χωρίς προηγούμενη δημοσίευση διαγωνισμού, αποδεχόμενη ότι συντρέχουν λόγοι τεχνικής αποκλειστικότητας.
Παρά την απόφαση της Αρχής όμως δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Η επιλογή να προχωρήσει ένα τόσο μεγάλο έργο χωρίς ανοικτό διαγωνισμό οδήγησε ανταγωνίστρια εταιρεία της Thales να εκφράσει γραπτώς ενστάσεις προς τους εμπλεκόμενους φορείς συμπεριλαμβανομένου του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.
Οι ενστάσεις αυτές φέρεται να έπαιξαν ρόλο στο σπάσιμο της σύμβασης στα δύο, καθώς εκτιμήθηκε ότι ενδεχομένως στη συνέχεια θα έπαιρναν τη μορφή δικαστικών προσφυγών που θα εκτροχίαζαν πλήρως το χρονοδιάγραμμα του έργου, την ώρα που η κατάσταση των ελληνικών συστημάτων αεροναυτιλίας παραμένει οριακή. Το πρόσφατο τεχνικό «μπλακάουτ» που έριξε μαύρο στο FIR Αθηνών επανέφερε στο προσκήνιο τις σοβαρές αδυναμίες των υποδομών και τις καταγγελίες περί απαρχαιωμένου εξοπλισμού.
Παρά την πίεση χρόνου, πάντως, το χρονοδιάγραμμα του πλήρους εκσυγχρονισμού παραμένει ασαφές, με τον ορίζοντα να φτάνει τουλάχιστον έως το 2030. Ακόμη και αν η σύμβαση για το DPS προχωρήσει, η πιθανότητα να πέσουν υπογραφές εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους φθίνει συνεχώς, ενώ η προμήθεια των καινούριων ραντάρ που θα αποτελέσει αντικείμενο επόμενου διαγωνισμού, θα απαιτήσει νέο κύκλο εγκρίσεων, αξιολογήσεων χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ότι θα βρεθεί και ενώπιον προσφυγών.

