Την ώρα που οι αγορές παρακολουθούν τα Στενά του Ορμούζ και την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, μια δεύτερη κρίσιμη δίοδος για την παγκόσμια οικονομία παραμένει ουσιαστικά αποκλεισμένη. Η Μαύρη Θάλασσα, από την οποία διέρχεται μεγάλο μέρος των διεθνών εξαγωγών σιτηρών, κινδυνεύει να εξελιχθεί στην επόμενη μεγάλη εστία πληθωρισμού.
Οι εντεινόμενες επιθέσεις της Ρωσίας και της Ουκρανίας σε λιμάνια, τερματικούς σταθμούς, σιλό και πλοία έχουν περιορίσει δραστικά τις αποστολές από τον Ιούλιο. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι συνδυασμένες εξαγωγές σιταριού των δύο χωρών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν κατά την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου περίπου στο μισό των περυσινών επιπέδων.
Το μέγεθος της διαταραχής δεν είναι αμελητέο. Ρωσία και Ουκρανία αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου σιταριού, ποσοστό ανάλογο με το μερίδιο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου που περνά από τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, καλύπτουν περίπου τα δύο τρίτα του διεθνούς εμπορίου ηλιελαίου και το ένα δέκατο των εξαγωγών καλαμποκιού.
«Η Μαύρη Θάλασσα είναι για το παγκόσμιο εμπόριο σιταριού ό,τι είναι τα Στενά του Ορμούζ για το πετρέλαιο», σημειώνει στο Bloomberg η Caitlin Welsh, ειδικός σε θέματα επισιτιστικής ασφάλειας στο Center for Strategic and International Studies. Κατά την ίδια, οι αγορές υποτιμούν τις επιπτώσεις των επιθέσεων.

Στα υψηλότερα επίπεδα τριετίας το σιτάρι
Οι τιμές του σιταριού έχουν ανέλθει σε υψηλά τριετίας, καθώς οι αγοραστές αναζητούν εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Η Αίγυπτος, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σιταριού στον κόσμο, δεν έχει παραλάβει φορτία από τη Μαύρη Θάλασσα εδώ και περίπου έναν μήνα.
Το Βιετνάμ στράφηκε στη Βουλγαρία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αισθητά υψηλότερο κόστος. Η Γαλλία φόρτωσε το πρώτο φορτίο σιταριού προς το Σουδάν εδώ και 18 χρόνια, ενώ η Λιβύη χρησιμοποίησε το λιμάνι της Ρούεν για πρώτη φορά σε περισσότερο από μία δεκαετία.
Τουρκία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναζητούν φορτία στις χώρες της Βαλτικής. Το Μπανγκλαντές εξετάζει προμήθειες από τη Ρουμανία και την Αργεντινή, ενώ έχει εξασφαλίσει μικρές ποσότητες από την Ινδία, η οποία ήρε πρόσφατα την πολυετή απαγόρευση εξαγωγών. Αγοραστές απευθύνονται ακόμη και στην Αυστραλία, μολονότι η νέα συγκομιδή της δεν έχει αρχίσει.
Οι εναλλακτικές, ωστόσο, είναι περιορισμένες. Η ξηρασία έχει μειώσει τις αποδόσεις σιταριού και καλαμποκιού στις ΗΠΑ, ενώ οι καύσωνες έπληξαν την ευρωπαϊκή παραγωγή. Την ίδια στιγμή, η αύξηση του κόστους των καυσίμων και των λιπασμάτων προσθέτει νέα πίεση στις τιμές.
Ακριβές και ανεπαρκείς οι εναλλακτικές διαδρομές
Η παράκαμψη της Μαύρης Θάλασσας είναι δύσκολη και κοστίζει ακριβά. Περισσότερο από το 70% των ρωσικών εξαγωγών σιτηρών πραγματοποιείται μέσω της περιοχής. Η Μόσχα επιχειρεί να διοχετεύσει φορτία μέσω του Καζακστάν, της Βαλτικής, της Κασπίας και της Απω Ανατολής, όμως οι σιδηροδρομικές αποστάσεις αυξάνουν σημαντικά το μεταφορικό κόστος.
Η Ρωσία σχεδιάζει να αναστείλει τους εξαγωγικούς δασμούς στα σιτηρά και να επιδοτήσει τη μεταφορά τους προς εναλλακτικά λιμάνια. Ακόμη και αν οι νέες διαδρομές λειτουργήσουν, όμως, δύσκολα μπορούν να αναπληρώσουν τις ποσότητες που μεταφέρονταν μέσω της Μαύρης Θάλασσας.
Στην Ουκρανία η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Τα λιμάνια γύρω από την Οδησσό, τα οποία δέχονται συχνά ρωσικές επιθέσεις, διακινούσαν υπό κανονικές συνθήκες περίπου το 90% των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών.

Οι αγροτικές εξαγωγές αποφέρουν περισσότερο από το μισό των εξαγωγικών εσόδων της χώρας. Τώρα, η νέα συγκομιδή συσσωρεύεται στις αποθήκες, πιέζοντας τις εγχώριες τιμές και προκαλώντας ζημιές στους παραγωγούς. Η διαθέσιμη χωρητικότητα αποθήκευσης ενδέχεται να εξαντληθεί έως τις αρχές Νοεμβρίου, αναγκάζοντας ορισμένους αγρότες να χρησιμοποιούν πλαστικούς σάκους-σιλό.
Η προσπάθεια αύξησης των μεταφορών μέσω του λιμανιού της Κωνστάντζα στη Ρουμανία δυσκολεύεται από τη χαμηλή στάθμη του Δούναβη. Περίπου 80 πλοία, κυρίως μικρότερου μεγέθους, έχουν σχηματίσει ουρά κοντά στα ουκρανικά λιμάνια του ποταμού, σύμφωνα με στοιχεία των Kpler και Bloomberg.
Ούτε οι χερσαίες μεταφορές μπορούν να καλύψουν το κενό. Από τις σιδηροδρομικές συνοριακές διαβάσεις της Ουκρανίας περνούν σήμερα περίπου 180 βαγόνια σιτηρών την ημέρα, δηλαδή περίπου 10.000 τόνοι. «Είναι απλώς τίποτα», δηλώνει ο επικεφαλής της Ukrainian Grain Association, Nikolay Gorbachov.
Ο κίνδυνος για Αίγυπτο και Μέση Ανατολή
Οι σοβαρότερες συνέπειες αναμένονται στις χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, οι οποίες εξαρτώνται από το χαμηλού κόστους σιτάρι της Μαύρης Θάλασσας και διατηρούν προγράμματα επιδότησης του ψωμιού.

Ρωσία και Ουκρανία καλύπτουν περίπου το μισό των εισαγωγών σιταριού της Αιγύπτου. Σχεδόν τα δύο τρίτα των αιγυπτιακών νοικοκυριών δικαιούνται επιδοτούμενο ψωμί, ενώ η διακοπή των παραδόσεων έχει ήδη αυξήσει τις τιμές του αλευριού.
Η χώρα διαθέτει αποθέματα για το επιδοτούμενο ψωμί έως τον Φεβρουάριο, χάρη και στην καλή φετινή εγχώρια συγκομιδή. Η πίεση, ωστόσο, μεταφέρεται στους αρτοποιούς, οι οποίοι καλούνται να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος αλευριού, ενέργειας και εργασίας χωρίς να αυξήσουν σημαντικά τις τιμές.
Η Τουρκία επιχειρεί να μεσολαβήσει για μια νέα συμφωνία αντίστοιχη με την Πρωτοβουλία για τα Σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας του 2022. Εχει καταρτίσει σχετική πρόταση και βρίσκεται σε επαφή με Μόσχα και Κίεβο, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχουν ενδείξεις άμεσης συμφωνίας.
Η πίεση μπορεί να περάσει στο 2027
Ο πληθωρισμός τροφίμων παραμένει προς το παρόν σχετικά συγκρατημένος, εκτιμάται όμως ότι θα αρχίσει να επιταχύνεται έως το τέλος του έτους. Οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται στη σημερινή συγκομιδή.
Ρώσοι και Ουκρανοί αγρότες φυτεύουν ήδη το σιτάρι της επόμενης χρονιάς και οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν περιορισμό των εκτάσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι συνέπειες της κρίσης μπορούν να επηρεάσουν την παγκόσμια προσφορά και το 2027, ακόμη και αν οι εξαγωγές αποκατασταθούν νωρίτερα.
Οι τιμές του σιταριού έχουν υποχωρήσει μέσα στον Σεπτέμβριο λόγω των προσδοκιών για διπλωματική λύση. Αναλυτές του Bloomberg Intelligence προειδοποιούν, ωστόσο, ότι οι αγορές εξακολουθούν να μην αποτιμούν πλήρως τον κίνδυνο.
Η υποδομή στα λιμάνια έχει υποστεί ζημιές που θα χρειαστούν μήνες ή και χρόνια για να αποκατασταθούν. Και μέχρι να υπάρξει συμφωνία, οι εισαγωγείς θα συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβότερα για να εξασφαλίσουν φορτία κόστος που αργά ή γρήγορα θα φθάσει στο αλεύρι και στο ψωμί.
