Κίνδυνος να υπογραφεί και να πληρωθεί μια σύμβαση που μπορεί να μπλοκαριστεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή την Αρχή Προστασίας Δεδομένων
Η δημοτική αρχή Ρόδου ετοιμάζεται ακάθεκτη να ολοκληρώσει την Τρίτη 14 Ιουλίου τη διαγωνιστική διαδικασία για την επιτήρηση της Μεσαιωνικής Πόλης με drones και επίγειες δυνάμεις, χωρίς να έχει δώσει μέχρι σήμερα δημόσια απάντηση στο βασικό ερώτημα που συνοδεύει το έργο από την πρώτη στιγμή και συγκεκριμένα αν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων πριν από τη δημιουργία ενός τόσο εκτεταμένου συστήματος εναέριας παρακολούθησης.
Στην ημερήσια διάταξη της Δημοτικής Επιτροπής εισάγεται προς έγκριση το τρίτο πρακτικό του ηλεκτρονικού διεθνούς διαγωνισμού και ο ορισμός του οριστικού αναδόχου για την «Παροχή υπηρεσιών φύλαξης και εποπτείας της Μεσαιωνικής Πόλης με χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και επίγειων δυνάμεων».

Η επιτροπή του διαγωνισμού ολοκλήρωσε στις 9 Ιουλίου τον έλεγχο των δικαιολογητικών της εταιρείας «ΒΑΝΓΚΑΡΝΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ», η οποία είχε ήδη αναδειχθεί προσωρινή ανάδοχος. Η προσφορά της ανέρχεται σε 950.045,01 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και σε 1.153.143,89 ευρώ με ΦΠΑ για τα τμήματα Α.1, Α.2 και Α.3 του έργου.
Ο φάκελος του υποψηφίου αναδόχου εξετάστηκε ως προς τα ποινικά μητρώα, τις ασφαλιστικές και φορολογικές ενημερότητες, τους ισολογισμούς και τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις.
Παραμένει, ωστόσο, άγνωστο εάν με την ίδια σχολαστικότητα εξετάστηκε η συμμόρφωση του ίδιου του Δήμου με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.
Η προειδοποίηση προηγήθηκε του διαγωνισμού
Βασική παράμετρος της υπόθεσης είναι η γνωμοδότηση του ίδιου του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) του Δήμου Ρόδου.
Στις 26 Μαΐου 2026, η εταιρεία DATAWAVE TECHNOLOGY SOLUTIONS ΙΚΕ, υπό την ιδιότητά της ως DPO του Δήμου, κατέθεσε γνωμοδότηση με αριθμό πρωτοκόλλου 32604, η οποία έθετε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και που έπρεπε να εκπληρωθούν πριν από την οριστικοποίηση του συστήματος.
Συγκεκριμένα, ο DPO χαρακτήριζε τη χρήση drones για την καταγραφή δημόσιων χώρων, ως ειδική μορφή βιντεοεπιτήρησης αυξημένης επεμβατικότητας. Ζητούσε να προηγηθεί ολοκληρωμένη Εκτίμηση Αντικτύπου σχετικά με την Προστασία Δεδομένων, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της αν’άθεσης, δηλαδή πριν καθοριστούν οριστικά οι τεχνικές προδιαγραφές, πριν διαμορφωθούν οι συμβατικοί όροι και πριν αναληφθεί οικονομική ή συμβατική δέσμευση για την απόκτηση και λειτουργία του συστήματος.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η γνωμοδότηση εστάλη στο Γραφείο Δημάρχου, στη Γενική Γραμματέα του Δήμου, στους αρμόδιους εντεταλμένους δημοτικούς συμβούλους και στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών. Επομένως, η δημοτική αρχή είχε επισήμως ενημερωθεί για τις υποχρεώσεις κατά συνέπεια και για τους κινδύνους του εγχειρήματος.
Μία ημέρα αργότερα, στις 27 Μαΐου 2026, εκδόθηκε η διακήρυξη του διαγωνισμού.
Ακολούθησε η ανάδειξη προσωρινού αναδόχου, η υποβολή των δικαιολογητικών κατακύρωσης και, πλέον, η εισαγωγή του θέματος στη Δημοτική Επιτροπή για την τελική απόφαση. Όλα αυτά χωρίς να έχει ανακοινωθεί επισήμως από τη Δημοτική Αρχή πότε ακριβώς εκπονήθηκε η μελέτη Εκτίμησης Αντικτύπου, ποιες είναι οι παρατηρήσεις που έκανε και και ελήφθη υπόψη πριν από τη διαμόρφωση των όρων του έργου.
Αυτό συνιστά κρίσιμη παράμετρο της όλης διαδικασίας δεδομένου του ότι η Εκτίμηση Αντικτύπου δεν προβλέπεται να συντάσσεται εκ των υστέρων, απλώς ως συνοδευτικό έγγραφο μιας ειλημμένης απόφασης. Ο σκοπός της είναι να προηγείται, ώστε να καθορίζει εάν ένα σύστημα μπορεί να εφαρμοστεί, υπό ποιους περιορισμούς, με ποια τεχνικά χαρακτηριστικά και με ποιες εγγυήσεις.
Όταν ο ανάδοχος έχει επιλεγεί, το οικονομικό αντικείμενο έχει καθοριστεί και οι τεχνικές απαιτήσεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στη διακήρυξη, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, από βασική παράμετρο του σχεδιασμού, μετατρέπεται σε διαδικασία νομιμοποίησης ενός ήδη διαμορφωμένου έργου. Αυτό ακριβώς ειναι που επιχειρεί να αποτρέψει η Αρχή Ππροστασίας των δεδομένων, ήδη από τον σχεδιασμό, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του GDPR και όχι εκ των υστέρων, όπως στην περίπτωση του Δήμου Ρόδου.
Αναπάντητα ερωτηματικά
Η Εκτίμηση Αντικτύπου θα έπρεπε να απαντά σε ουσιώδη ερωτήματα τα οποία παραμένουν χωρίς δημόσια απάντηση και οι όποιες αναφορές έγιναν μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο, είτε με έγγραφη απάντηση Βαγιανού, ήταν γενικόλογες, παρέπεμπαν στο μέλλον και προκαλούσαν περισσότερα ερωτηματικά από αυτά που επιχειρήθηκε – ανεπιτυχώς – να απαντηθούν.
Ποιες ακριβώς περιοχές της Μεσαιωνικής Πόλης θα καταγράφονται; Ποιες ώρες και με ποια συχνότητα θα πραγματοποιούνται οι πτήσεις; Ποια θα είναι η ευκρίνεια των εικόνων; Θα είναι δυνατή η αναγνώριση προσώπων ή πινακίδων κυκλοφορίας; Θα καταγράφονται είσοδοι κατοικιών, καταστημάτων, ξενοδοχείων και χώροι στους οποίους κινούνται καθημερινά κάτοικοι, εργαζόμενοι και επισκέπτες;
Δεν έχει διευκρινιστεί ποιος θα παρακολουθεί τη ζωντανή εικόνα, πού θα αποθηκεύεται το υλικό, για πόσο χρονικό διάστημα θα διατηρείται και ποιοι εργαζόμενοι του ιδιώτη αναδόχου θα έχουν πρόσβαση σε αυτό. Ούτε έχει παρουσιαστεί ο τρόπος με τον οποίο θα ενημερώνονται οι πολίτες ότι εισέρχονται σε μια περιοχή εναέριας βιντεοεπιτήρησης ή πώς θα μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία.
Το βασικότερο, όμως, είναι εάν έχει τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα ενός τόσο επεμβατικού μέσου.
Η ανάγκη προστασίας της Μεσαιωνικής Πόλης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε τεχνολογικό μέσο επιτήρησης είναι θεμιτό, αναγκαίο και νόμιμο. Ο Δήμος οφείλει να αποδείξει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα και ότι η έκταση της καταγραφής δεν υπερβαίνει όσα είναι απολύτως απαραίτητα.
Στον δημόσιο διάλογο που προηγήθηκε είχε τεθεί και το ζήτημα της ανάθεσης της συνεχούς παρακολούθησης δημόσιου χώρου σε ιδιωτική εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Είχε επισημανθεί ότι η γενικευμένη καταγραφή πολιτών από ιδιώτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη υπηρεσία φύλαξης, ενώ είχαν διατυπωθεί ερωτήματα για το εάν ορισμένες από τις προβλεπόμενες λειτουργίες ανήκουν ουσιαστικά στις αρμοδιότητες των αστυνομικών αρχών.
Παράλληλα, επειδή το σύστημα πρόκειται να λειτουργήσει σε έναν προστατευόμενο μνημειακό χώρο, είχε τεθεί το ζήτημα των αναγκαίων εγκρίσεων και της εμπλοκής των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ούτε σε αυτό το επίπεδο έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη εικόνα των αδειοδοτήσεων.
Η απόφαση της Αρχής που επικαλέστηκε ο DPO
Στη γνωμοδότησή του ο Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων παρέπεμψε στην Απόφαση 13/2024 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η παράλειψη ολοκληρωμένης Εκτίμησης Αντικτύπου από το στάδιο του σχεδιασμού και πριν από την προμήθεια και λειτουργία ενός συστήματος επιτήρησης συνιστά παραβίαση των άρθρων 25 και 35 του GDPR.
Η αναφορά αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, καθώς η Δημοτική Επιτροπή δεν καλείται να εγκρίνει μια προκαταρκτική διερεύνηση ή μια μελέτη σκοπιμότητας της εγκατάστασης. Αντιθέτως καλείται να ολοκληρώσει μια διαδικασία με πολλά κενά και παραλείψεις, καθώς καλείται να ορίσει οριστικό ανάδοχο και να ανοίξει τον δρόμο για την υπογραφή της σύμβασης ενός έργου άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Τα μέλη της Επιτροπής γνωρίζουν πλέον ότι υπάρχει επίσημη γνωμοδότηση του DPO, η οποία ζητά η Εκτίμηση Αντικτύπου να προηγηθεί της οικονομικής και συμβατικής δέσμευσης. Επομένως, στην τελική τους κρίση, αυτή είναι μια παράμετρος που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν.
Πριν την ολοκλήρωση της διαγωνιστικής διαδικασίας, η δημοτική αρχή οφείλει να εξηγήσει εάν η Εκτίμηση Αντικτύπου έχει πράγματι ολοκληρωθεί. Εάν έχει ολοκληρωθεί, γιατί δεν έχει παρουσιαστεί και γιατί δεν έχει γνωστοποιηθεί πώς επηρέασε τις τεχνικές προδιαγραφές και τους συμβατικούς όρους; Εάν δεν έχει ολοκληρωθεί, με ποιο σκεπτικό προχωρά η κατακύρωση, ενώ ο δικός της Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων είχε προειδοποιήσει ότι η διαδικασία αυτή έπρεπε να προηγηθεί;
Η βιασύνη του Δήμου Ρόδου, τα ερωτηματικά και οι συνέπειες
Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: γιατί τόση βιασύνη; Γιατί ο Δήμος επιμένει να ολοκληρώσει τη διαδικασία και να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης, ενώ έχει πλέον καταστεί απολύτως σαφές ότι ο σχεδιασμός του έργου παρουσιάζει σοβαρά κενά, αναπάντητα ερωτήματα και παραλείψεις ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων; Ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο η δημοτική αρχή δεν επιλέγει την ασφαλή θεσμικά οδό της προσωρινής αναστολής, μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαιτούμενοι έλεγχοι και να διασφαλιστεί πλήρως η νομιμότητα;
Η υπογραφή της σύμβασης υπό αυτές τις συνθήκες δεν κλείνει την υπόθεση, αντιθέτως, μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο διοικητικών, δικαστικών και οικονομικών εμπλοκών.
Εφόσον η σύμβαση υπάγεται σε προσυμβατικό έλεγχο, το Ελεγκτικό Συνέδριο θα κληθεί να εξετάσει συνολικά τη νομιμότητα της διαδικασίας και να κρίνει εάν η παράλειψη ολοκλήρωσης της Εκτίμησης Αντικτύπου, παρά την προηγούμενη και έγγραφη προειδοποίηση του DPO, αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια που εμποδίζει την υπογραφή ή απαιτεί προηγούμενη θεραπεία. Η κρίση του δεν μπορεί να προδικαστεί, όμως το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί ότι κωλύεται η σύναψη μιας σύμβασης όταν διαπιστώνει σοβαρές παραβάσεις νομιμότητας.
Παράλληλα, ενδεχόμενες καταγγελίες πολιτών ή φορέων στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων μπορούν να προκαλέσουν πλήρη έρευνα τόσο των τεχνικών χαρακτηριστικών του συστήματος όσο και των αποφάσεων, της Εκτίμησης Αντικτύπου και των συμβατικών ρητρών με τον ιδιώτη ανάδοχο. Η Αρχή μπορεί να διατάξει τη συμμόρφωση του Δήμου, να επιβάλει προσωρινό ή οριστικό περιορισμό –ακόμη και απαγόρευση– της επεξεργασίας και να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο. Έχει ήδη κρίνει, σε ανάλογη υπόθεση δημόσιου φορέα, ότι η μη διενέργεια ολοκληρωμένης Εκτίμησης Αντικτύπου πριν από την προμήθεια και τη λειτουργία συστημάτων επιτήρησης παραβιάζει τα άρθρα 25 και 35 του GDPR.
Το πρακτικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά επιβαρυντικό για τον Δήμο Ρόδου. Ο Δήμος να έχει αναλάβει συμβατικές και οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στον ανάδοχο, ενώ τα drones και οι κάμερές τους δεν θα επιτρέπεται να λειτουργήσουν με τους συμφωνημένους όρους, με συνέπεια αναστολές, τροποποιήσεις ή ακόμη και λύση της σύμβασης, αξιώσεις αποζημίωσης και επιβάρυνση των δημοτών για ένα έργο το οποίο ενδέχεται να έχει καταστεί νομικά ανεφάρμοστο.
Αυτός ακριβώς είναι ο κίνδυνος που αποτρέπεται όταν η νομιμότητα και η προστασία των προσωπικών δεδομένων εξετάζονται πριν από την υπογραφή και όχι αφού δημιουργηθούν τετελεσμένα. Στη περίπτωση του Δήμου Ρόδου έχει συμβεί ακριβώς το αντίθετο.
