Η Περβόλα άνοιξε. Άνοιξε ένας τόπος που επί 75 χρόνια έμενε αθέατος για τους πολλούς και διαθέσιμος μόνο για τους λίγους. Αυτό είναι το γεγονός. Όλα τα υπόλοιπα είναι προσπάθεια διαχείρισης της ενόχλησης που προκαλεί η σύγκριση. Ανάμεσα στο πριν και στο μετά

Το τελευταίο που θα περίμενε κανείς σε αυτόν τον τόπο που μόλις πριν λίγες μέρες εγκαινίασε και έβαλε στη ζωή του έναν μοναδικής αρχαιολογικής αξίας και απαράμιλλης ομορφιάς, διαχρονικό, αρχαιολογικό χώρο, παγκόσμιου πολιτιστικού διαμετρήματος, την Περβόλα, είναι ότι το γεγονός αυτό θα προκαλούσε την αντίδραση ορισμένων και μάλιστα όχι κάποιων άσχετων, αλλά αρχαιολόγων!
Της Ρένας Παυλάκη
Εννέα αρχαιολόγοι, οι οκτώ εξ αυτών συνταξιούχοι – όπως η Εφορία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου διευκρίνισε, λαμβάνοντας σαφείς αποστάσεις από τις θέσεις τους – υπέγραψαν και έδωσαν στη δημοσιότητα ένα κείμενο, εκφράζοντας την ενόχληση και τη διαμαρτυρία τους κατά του Πρωθυπουργού, της Υπουργού Πολιτισμού και του Περιφερειάρχη για τις δηλώσεις τους.
Η Περβόλα δεν ήταν ένας τυχαίος χώρος. Σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού, πρόκειται για έναν ιδιαίτερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο, που, παρότι σημαντικός, παρέμενε μέχρι σήμερα μη αναδεδειγμένος, ενώ χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες ως αποθήκη αρχαιοτήτων με περισσότερα από 18.000 ευρήματα, κλειστός, αθέατος και μη επισκέψιμος για γενιές ολόκληρες.
Οι εννέα αρχαιολόγοι αντέδρασαν στην ορολογία περί «ξεχασμένου, αθέατου», «αμπαρωμένου» χώρου και «αρχαίων ατάκτως ερριμμένων», όπως και στον χαρακτηρισμό του χώρου ως «ΧΥΤΑ». Ναι, είναι μια λέξη σκληρή, ωμή, που δεν ταιριάζει στο περιβάλλον του Πολιτισμού.
Να συμφωνήσουμε, λοιπόν. Πράγματι, κακώς η Περβόλα χαρακτηρίστηκε «ΧΥΤΑ αρχαιοτήτων». Όχι επειδή η εικόνα της ήταν καλύτερη από αυτή που περιγράφηκε. Αλλά επειδή ο όρος ήταν, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, επιεικής και τεχνικά λανθασμένος.
Ο ΧΥΤΑ παραπέμπει σε οργανωμένο χώρο. Σε χώρο με κανόνες, με σχεδιασμό, με στοιχειώδεις προδιαγραφές διαχείρισης. Αυτό που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες της Περβόλας πριν από την αποκατάσταση, δεν παραπέμπει σε οργανωμένη διαχείριση. Παραπέμπει πολύ περισσότερο σε ΧΑΔΑ, δηλαδή σε χώρο ανεξέλεγκτης διάθεσης, σε πρόχειρη συσσώρευση, σε εικόνα εγκατάλειψης, σε αρχαιολογικό υλικό ανάμεσα σε τελάρα, νάιλον, αυτοσχέδια στέγαστρα, ξερά χόρτα, μπάζα, σκουριασμένα αντικείμενα και βλάστηση που είχε «καταπιεί» τον χώρο.
Αν λοιπόν η λέξη «ΧΥΤΑ» ενόχλησε, ας την αποσύρουμε. Όχι όμως για να ωραιοποιήσουμε την κατάσταση, αλλά για να είμαστε ακριβέστεροι. Η εικόνα που παραδόθηκε από το παρελθόν ήταν εικόνα ΧΑΔΑ αρχαιοτήτων. Αν η λέξη ενοχλεί, οι φωτογραφίες ενοχλούν περισσότερο!
Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι εννέα αρχαιολόγοι δεν διαψεύδουν την πραγματικότητα. Την περιγράφουν οι ίδιες ακόμη πιο γλαφυρά! Μιλούν για ευρήματα που τοποθετούνταν «άτακτα πολλές φορές», για «εντυπωσιακή συσσώρευση», για «ασφυχτική κατάσταση», για επιβάρυνση του χώρου, για εγκατάσταση εργοταξίου και για παραμέληση του συστηματικού καθαρισμού από τη βλάστηση. Με άλλα λόγια, η ανακοίνωσή τους δεν αποδομεί τον χαρακτηρισμό, αντιθέτως, τον τεκμηριώνει. Η ανακοίνωση, δηλαδή, αυτοαναιρείται!
Αν η λέξη «ΧΥΤΑ» θεωρήθηκε βαριά, τότε τι ακριβώς ήταν… ελαφρύ σε έναν χώρο γεμάτο αρχαιολογικά μέλη, πλαστικά τελάρα, πρόχειρα υπόστεγα και εικόνα πλήρους αποσύνθεσης; Και αν σήμερα προκαλεί αγανάκτηση η δημόσια περιγραφή της κατάστασης, πού ήταν αυτή η αγανάκτηση όταν η Περβόλα παρέμενε κλειστή, αόρατη και αποκλεισμένη από την πόλη;
Ωστόσο, δεν είναι η αναφορά στους χαρακτηρισμούς το μοναδικό αδύναμο επιχείρημα της ανακοίνωσης.
Αποκαλυπτική είναι και η ένσταση ότι με το έργο «χάθηκε» για την Εφορεία ένας ζωτικός υπαίθριος χώρος για τις ανάγκες συντήρησης και φύλαξης των νέων ευρημάτων. Δηλαδή τι ακριβώς μας ζητούν να αποδεχθούμε; Ότι ένας σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος στην καρδιά της Μεσαιωνικής Πόλης έπρεπε να συνεχίσει να λειτουργεί ως αποθήκη; Τόσα χρόνια για ποιο λόγο δεν αναζητήθηκε ένας χώρος του Δημοσίου (υπάρχουν άφθονοι) για να μεταφερθούν εκεί σταδιακά και οργανωμένα τα ευρήματα; Επειδή αυτό δεν έγινε, η Περιβόλα θα έπρεπε να παραμένει όμηρος εις το διηνεκές;
Εξίσου αδύναμο είναι και το επιχείρημα ότι η Περβόλα λειτουργούσε ως χώρος μελέτης, καταγραφής, φωτογράφισης, φύλαξης και επιστημονικού διαλόγου. Όλα αυτά μπορεί να ίσχυαν για τους λίγους που είχαν πρόσβαση. Δεν ίσχυαν όμως για την κοινωνία της Ρόδου. Για τον πολίτη, η Περβόλα ήταν μια κλειστή πόρτα. Η ιστορία της πόλης προφανέστατα δεν μπορεί να παραμένει υπόθεση εσωτερικής υπηρεσιακής χρήσης, ακόμη κι όταν η χρήση αυτή έχει επιστημονικό χαρακτήρα.
Οι εννέα αρχαιολόγοι επικαλούνται και το γεγονός ότι υπήρχε παλαιότερο όραμα για το άνοιγμα της Περβόλας. Αυτό όμως δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ τους. Αντιθέτως, κάνει το ερώτημα ακόμη πιο επιτακτικό. Αν το άνοιγμα του χώρου είχε αναγνωριστεί ως ανάγκη ήδη από τη δεκαετία του 1990, γιατί χρειάστηκε να περάσουν άλλες τρεις δεκαετίες για να υλοποιηθεί; Και πόσες θα περνούσαν ακόμη, αν η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δεν έβλεπε μπροστά της τη βαριά σιδερένια πόρτα, αν δεν είχε την περιέργεια τι κρύβεται εκεί μέσα και αν δεν ζητούσε να σπάσουν οι κλειδαριές (προφανώς είχαν χαθεί ακόμη και τα κλειδιά).
Το επιχείρημα ότι η Περβόλα ήταν «κλειστός χώρος για λόγους ασφαλείας» δεν απαντά στο βασικό ερώτημα, γιατί ένας τόσο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος έπρεπε να παραμένει κλειστός επί 75 χρόνια; Η ασφάλεια των αρχαιοτήτων είναι αυτονόητη υποχρέωση και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι μόνιμης «εξαφάνισης» της Περβόλας. Ένας χώρος που μένει κλειστός για τρεις γενιές, ουσιαστικά παύει να υπάρχει για την πόλη. Την πόλη που ποτέ δεν έμαθε την ύπαρξή του πλην ελαχίστων, που πιθανώς τον θεώρησαν ιδιοκτησία δική τους.
Η αναφορά των εννέα αρχαιολόγων περί ακριβού έργου, «ενός ενδιαφέροντος και ελκυστικού αρχαιολογικού χώρου αλλά με μεγάλο κόστος», είναι εξαιρετικά προσβλητική και επιθετική προς τους συναδέλφους τους και μη αναμενόμενη από ανθρώπους που υποτίθεται ότι γράφουν με βάση την επιστημονική τους ιδιότητα. Η αναφορά αυτή στο κόστος του έργου, εκθέτει τις υπογράφουσες ως προς τα κίνητρά τους για τη σύνταξη της επιστολής που φαίνεται τελικά ότι δεν είναι μόνο επιστημονικά. Επιπλέον φαίνεται πως διακατέχονται από το σύνδρομο του «παλιού», που θεωρεί άχρηστους όσους ακολούθησαν στη συνέχεια! Ένα σύνδρομο αυθεντίας που τελικά είναι μεταδοτικό στην τοπική μας κοινωνία – το έχουμε συναντήσει και αλλού.
Εν κατακλείδι, η Περβόλα άνοιξε. Άνοιξε ένας τόπος που επί 75 χρόνια έμενε αθέατος για τους πολλούς και διαθέσιμος μόνο για τους λίγους. Ένας χώρος κλειστός επί δεκαετίες, αποκαταστάθηκε, αναδείχθηκε και αποδόθηκε επιτέλους στην πόλη, στους κατοίκους και στους επισκέπτες της Ρόδου ως ένας οργανωμένος, επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος. Αυτό είναι το γεγονός. Όλα τα υπόλοιπα είναι προσπάθεια διαχείρισης της ενόχλησης που προκαλεί η σύγκριση.
Γιατί τώρα που άνοιξε, η κοινωνία μπορεί επιτέλους να κρίνει με τα μάτια της. Και να συγκρίνει. Το πριν και το μετά…
Η Περβόλα προ της αποκατάστασης


Η Περβόλα σήμερα
(Φωτογραφίες Νεκτάριος Καλογήρου)



