Ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε πάρει βραβείο α’ ανδρικού ρόλο για την ερμηνεία του στο “Λούφα και Παραλλαγή” του 1984
Ποιος ήταν ο Νίκος Καλογερόπουλος
Στο δικό της αφιέρωμα για τον Νίκο Καλογερόπουλο στο parapolitika.gr, η Έλλη Σολδάτου έγραψε το εξής: Γεννημένος στα Φιλιατρά, ξεκινώντας υποκριτική από τη σχολή θεάτρου του Κωστή Μιχαηλίδη, διέγραψε μακρά τηλεοπτική καριέρα. Ξεκίνησε από την εμβληματική σειρά-μεταφορά του διαχρονικού βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1975). Ακολούθησαν «Ο φωτογράφος του χωριού» (1977), «Οι παραστρατημένοι», η ιστορική «Μεθυσμένη πολιτεία» (1980), το επίσης ιστορικό «Χαίρε Τάσο Καρατάσο» (1985), «Όλη η δόξα, όλη η χάρη» (1989), «Στο κάμπινγκ» (1989) και «Ερασιτέχνης άνθρωπος» (1999).
Από τις πιο ξεχωριστές μορφές στον κινηματογράφο, μεσουράνησε στη δεκαετία του 1970. Στο παλμαρέ του είχε σπουδαίες συνεργασίες με τον Νίκο Περάκη, τον Θόδωρο Μαραγκό, τον Κώστα Φέρρη, τον Νίκο Ζαπατίνα. Υπό τη σκηνοθετική ιδιότητά του συνεργάστηκε με τους Γιώργο Κιμούλη, Ηλία Λογοθέτη, Αντώνη Καφετζόπουλο. Και είπε «όχι» στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο.
Ασχολήθηκε και με την ποίηση και με το τραγούδι. Παράλληλα, έγραψε και κάποια θεατρικά, αρχής γενομένης από το «Ο μπαμπούλας» (1976). Ακολούθησε το «Σατιρικό των Ελλήνων» και «Οι κυνικοί ξανάρχονται». Με ροπή και στην ποίηση, εξέδωσε αρχικά το «Θετή Ταυτότης» (1981). Μια δεκαετία αργότερα κυκλοφόρησε τη δεύτερη («Επιστρόφια Κατόπιν»). Το πέρασμα στη μουσική δεν άργησε. Το 1994 κυκλοφόρησε και τον πρώτο του μουσικό δίσκο «Τα δέοντα», σε μουσική και στίχους του ιδίου.
Βραβείο ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη
Πραγματοποίησε επάνοδο στον κινηματογράφο με τη «Θηλυκή εταιρεία» (1999) και έναν χρόνο αργότερα με το «Ένας κι ένας». Για την ερμηνεία του απέσπασε επίσης βραβείο, αυτήν τη φορά Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Χαμηλών τόνων, από τις αρχές του 2000 άρχισε να απέχει από τις επάλξεις. Το 2011 επανήλθε ως σκηνοθέτης αυτήν τη φορά από τη μεγάλη του αγάπη, το σινεμά.
Υπέγραψε τη σκηνοθεσία στην ταινία «Οι ιππείς της Πύλου», πρότζεκτ για το οποίο έγραψε το σενάριο, τη μουσική, ενώ συμμετείχε και ως ηθοποιός. Το 2012 συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου «Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου». Τα «Λούφα και παραλλαγή» και «Ρεμπέτικο» τον σημάδεψαν. Και φίλοι; Η Σωτηρία Λεονάρδου ήταν ανάμεσά τους. «Είχαμε κάνει και μία παράσταση, την “Τριωδία”, με τη Σωτηρούλα», έλεγε. Το «Ρεμπέτικο» ήταν το αγαπημένο του. «Έχει την ιστορία. Είναι το τρένο που κουβαλάει όλο τον πολιτισμό. Από Σμύρνη, από αρχαία Ελλάδα, από, από, από…», τόνιζε. Ο Κώστας Φέρρης, με το «Ρεμπέτικο», τον σημάδεψε και επειδή «στο μοντάζ συνάντησα τον Νίκο Γκάτσο. Αλλά κάτι έπαθα, ήταν σαν να βλέπω τον Θεό και δεν τον πλησίασα».
Tip: Αξέχαστη θα μείνει η σεκάνς στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», όπου με τακούνια χορεύει το «Rasputin» μπροστά στις τουρίστριες. Αν το έκανε αυτό στο χωριό του; «Ο πατέρας μου θα με υποδεχόταν όπως ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, με σφαλιάρες. Ο Διαμαντόπουλος ήταν λατρεία. Δάσκαλος και φίλος». Όπως φίλο ένιωθε τον Καλογερόπουλο όλη η Ελλάδα. Από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του ήταν το 2019 στην κηδεία του Στέλιου Βαμβακάρη. Έναν χρόνο νωρίτερα είχε κάνει γκεστ στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στη «Σφίγγα». Το ίδιο έτος τραγούδησε τελευταία φορά. Στην παράσταση «Το μπαράκι της Διδότου». Και τώρα θα τραγουδάει από το μπαράκι του ουρανού.
Η τελευταία εξομολόγηση
Ο Νίκος Καλογερόπουλος τα τελευταία χρόνια απείχε των καλλιτεχνικών δρωμένων, ωστόσο πριν από περίπου 1,5 χρόνο είχε δώσει μία άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην εκπομπή «Το πρωινό». Μιλώντας στην εκπομπή του Γιώργου Λιάγκα στις 30 Δεκεμβρίου 2024, είχε αναφερθεί στην απόφασή του να φύγει από την Αθήνα και να εγκατασταθεί έξω στην Κυπαρισσία, όπου δημιούργησε έναν πολυχώρο πολιτισμού και φιλοξενούσε διάφορες θεατρικές και μουσικές παραστάσεις.
«Στο χωριό εγώ δεν πήγα για να κάνω καλύτερη ζωή. Πήγα για το Τρενοτεχνείο. Είχα να κατέβω πολλά χρόνια, 5-6 χρόνια, και όταν κατέβηκα μετά από χρόνια τον σταθμό της Κυπαρισσίας, το ωραιότερο σημείο της πόλης και έλεγε Τίρανα-Βουκουρέστι και τέτοια σε μια ταμπέλα που ήταν έτσι στραβό. Και αυτό με ενόχλησε πολύ. Με ενόχλησε πολύ και λέω “θα κάνω κάτι εδώ ρε παιδί μου, στα τρένα”. Ο σταθμός επειδή είναι απόμερα, είναι στην άκρη της πόλης, ήταν ο σκουπιδοτενεκές της Κυπαρισσίας.
Το πήρα έτσι πατριωτικά και λέω εδώ θα αναστήσουμε. Έλειπε και ο χώρος ο πολιτιστικός σε όλη την περιφέρεια. Και φτιάξαμε έναν χώρο αριστούργημα. Έχουν έρθει όλοι. Έγινε ο χαμός. Εκεί που ήταν σκουπιδότοπος έγινε εστία πολιτισμού. Και ποιος δεν τραγούδησε εκεί κάτω; Όλοι. Ο Παπακωνσταντίνου, ο Μάλαμας», είχε εξομολογηθεί ο Νίκος Καλογερόπουλος.
Επίσης, ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε μιλήσει για μία διάρρηξη που είχε γίνει στον χώρο. «Δεν πήραν τίποτα αλλά δεν άφησαν. Τα έσπασαν όλα. Δεν ξέρω ποιοι μπήκανε. Το έχει αναλάβει η αστυνομία. Κάνανε, πήραν αποτυπώματα. Πιστεύω θα τους βρουν όμως. Θα σας πω ρε παιδιά τι αισθάνθηκα ακριβώς. Κοίτα, έχω φορτώσει το αυτοκίνητό μου μαζί με το φίλο μου, τον Θανάση, που παίζουμε μαζί. Πάμε λοιπόν να πάρουμε τα σκηνικά του Πλούταρχου και ξαφνικά βλέπω σπασμένο το τζάμι της πόρτας μπροστά και παθαίνω, παθαίνω σοκ», είχε εξομολογηθεί για το ατυχές συμβάν.
«Δηλαδή δεν το έχω ξανανιώσει αυτό. Μου ‘ρθε ρε παιδιά στο μυαλό το τραγούδι που λέω στην ταινία μου “Η πίστα του Σπήλιου” που λέει “δεν έχει τόπο η χαρά στο σπίτι μου ν’ ανθίσει μέσα φωτιά, έξω φωτιά και ποιος θα την σβήσει; Κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά. Τι βλέπω; Δεν κατέχω. Τα είχα όλα μέχρι χθες. Τίποτα πια δεν έχω. Στο είπα κι εσένα ρε Θεέ που βλέπεις μέσα έξω. Μη με φορτώνεις για να δεις πόσα μπορώ ν’ αντέξω”. Και λέω μετά “κοίτα αυτό με σήκωσε. Λέω κοίτα τη στάχτη που άφησες. Εγώ την κάνω χώμα. Ξανά φυτεύω απ την αρχή και τραγουδάω ακόμα”» είχε προσθέσει στην ίδια συνέντευξη ο Νίκος Καλογερόπουλος.
