Στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου φορολογικού πλαισίου για τα κρυπτονομίσματα προχωράει η ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, επιχειρώντας να καλύψει το νομοθετικό κενό που υπάρχει έως σήμερα στη φορολόγησή τους. Το σχετικό νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αναμένεται να είναι έτοιμο έως τα τέλη Ιουλίου, εισάγει για πρώτη φορά ξεκάθαρους κανόνες τόσο για τη φορολόγηση των αποδόσεων όσο και για τη μεταβίβαση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας έχει θεσπίσει αυστηρότερο φοροελεγκτικό πλαίσιο για τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, διευρύνοντας ουσιαστικά το πεδίο της ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς, ώστε να καλύπτει και τα κρυπτοστοιχεία.
Φόρος 15% στην υπεραξία και αφορολόγητο
Κεντρικός άξονας του νέου καθεστώτος είναι η φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από την πώληση κρυπτονομισμάτων. Τα καθαρά κέρδη θα υπόκεινται σε φόρο 15%, ενώ προβλέπεται αφορολόγητο όριο έως 500 ευρώ ετησίως. Εφόσον η συνολική ετήσια υπεραξία δεν ξεπερνά το συγκεκριμένο ποσό, δεν θα επιβάλλεται καμία φορολογική επιβάρυνση, περιορίζοντας έτσι τη γραφειοκρατία για τις συναλλαγές μικρής αξίας.
Ο υπολογισμός της υπεραξίας θα γίνεται με βάση τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης. Παράλληλα, θα αναγνωρίζονται οι άμεσα συνδεδεμένες δαπάνες όπως είναι οι προμήθειες ανταλλακτηρίων που πραγματοποιήθηκαν κατά την αγορά ή την πώληση, ώστε ο φόρος να επιβάλλεται αποκλειστικά στο πραγματικό οικονομικό όφελος του επενδυτή.
Πότε ενεργοποιείται ο φόρος
Σύμφωνα με πληροφορίες, καινοτομία του νομοσχεδίου αποτελεί το γεγονός ότι η ανταλλαγή ενός κρυπτονομίσματος με κάποιο άλλο δεν θα θεωρείται φορολογητέο γεγονός. Για παράδειγμα, η μετατροπή Bitcoin σε Ethereum ή αντίστροφα δεν δημιουργεί φορολογική υποχρέωση. Η φορολόγηση θα ενεργοποιείται αποκλειστικά όταν τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία:
- Ρευστοποιούνται σε ευρώ ή άλλο επίσημο νόμισμα
- Χρησιμοποιούνται για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
Με αυτόν τον τρόπο, ο φόρος συνδέεται άμεσα με την πραγματική αξιοποίηση του κέρδους στην πραγματική οικονομία.
Μεταφορά ζημιών και κάλυψη τεκμηρίων
Το νέο πλαίσιο θα προβλέπει επίσης τη δυνατότητα μεταφοράς ζημιών. Αν από την πώληση κρυπτονομισμάτων προκύψει αρνητικό αποτέλεσμα, αυτό θα μπορεί να συμψηφίζεται με μελλοντικά κέρδη από αντίστοιχες συναλλαγές για διάστημα έως και πέντε φορολογικών ετών, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στους επενδυτές.
Παράλληλα, για πρώτη φορά, τα κρυπτονομίσματα εντάσσονται ρητά στο καθεστώς φορολόγησης κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών. Στις περιπτώσεις αυτές, ως αξία κτήσης θα λαμβάνεται εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του αντίστοιχου φόρου ή για τη χορήγηση τυχόν απαλλαγής, δημιουργώντας μια σαφή φορολογική βάση για κάθε μελλοντική μεταβίβαση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναγνώριση των κρυπτοστοιχείων για τη δικαιολόγηση της προέλευσης κεφαλαίων και την κάλυψη τεκμηρίων. Έτσι, τα έσοδα από νόμιμες πωλήσεις κρυπτονομισμάτων θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αγορά ακινήτων, τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις ή άλλες επενδύσεις, χωρίς να δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς τη νομιμότητα της προέλευσής τους.
Τι ισχύει για την αναδρομικότητα
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για κρυπτονομίσματα που αποκτώνται μέσω διαδικασιών όπως το staking, το crypto lending και οι μηχανισμοί παροχής ρευστότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο φόρος δεν θα επιβάλλεται κατά την απόκτησή τους, αλλά μόνο όταν αυτά πωληθούν. Ως τιμή κτήσης θα θεωρείται η μηδενική, εκτός εάν ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει διαφορετικό, πραγματικό κόστος απόκτησης.
Με τα τελευταία δεδομένα,οι νέες διατάξεις προβλέπεται να έχουν αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2025. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη θα επιτρέψει σε επενδυτές που απέκτησαν κρυπτονομίσματα τα προηγούμενα χρόνια να δηλώσουν αναδρομικά τα κέρδη τους μέσω ενός συγκεκριμένου φορολογικού μηχανισμού, αποκτώντας πλέον ένα σαφές και ασφαλές πλαίσιο για τη νόμιμη αξιοποίηση των ψηφιακών τους επενδύσεων.
