Ελληνική μελέτη δείχνει ότι η χώρα μας διαθέτει πολλούς ειδικούς γιατρούς, σε σχέση με την ΕΕ, όχι όμως γενικούς γιατρούς – Σοβαρές είναι οι ελλείψεις σε νοσηλευτές, ενώ το υγειονομικό προσωπικό παραμένει άνισα κατανεμημένο μεταξύ των περιοχών
Εικόνα έντονων ανισορροπιών προκύπτει από την κατανομή των επαγγελματιών υγείας στην Ελλάδα, με το σύστημα υγείας να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα έλλειψη νοσηλευτών, ανεπαρκή αριθμό γενικών ιατρών και σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες. Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας διαθέτει την υψηλότερη αναλογία ιατρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, βρίσκεται στην τελευταία θέση ως προς την αναλογία νοσηλευτών, με μόλις 3,8 ανά 1.000 κατοίκους.
Η ανισορροπία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση μεταξύ γιατρών και νοσηλευτών. Περισσότερο από το 60% των ιατρών συγκεντρώνεται σε δύο μητροπολιτικές περιφέρειες, δηλαδή την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα οι αγροτικές και νησιωτικές περιοχές να αντιμετωπίζουν σημαντικά κενά στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Η γεωγραφική κατανομή του προσωπικού αναδεικνύεται έτσι σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του συστήματος, καθώς η διαθεσιμότητα προσωπικού δεν συμβαδίζει με τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.
Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν από την ελληνική μελέτη «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs», η οποία αποτυπώνει τις προκλήσεις του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αλλά και έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη πολιτικής για την έγκαιρη παρέμβαση στα μη μεταδιδόμενα νοσήματα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους Καθηγητές Κώστα Αθανασάκη, Παναγιώτα Ναούμ, Γιάννη Αγοραστό και Ηλία Κυριόπουλο.
Χωρίς γενικούς γιατρούς και παθολόγους η Ελλάδα
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η έλλειψη γενικών ιατρών και παθολόγων. Οι γενικοί ιατροί αποτελούν μόλις το 6% του συνόλου των γιατρών στην Ελλάδα, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ανέρχεται στο 21%. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ικανότητα της χώρας να ενισχύσει την πρωτοβάθμια φροντίδα και να μετατοπίσει το βάρος από τα νοσοκομεία, στα οποία συνεχίζουν να πηγαίνουν όλα τα περιστατικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θέσπιση του Προσωπικού Γιατρού αποτελεί ένα θετικό βήμα, σύμφωνα με τη μελέτη. Ωστόσο, η εφαρμογή του θεσμού ενδέχεται να προσκρούσει στην ήδη περιορισμένη διαθεσιμότητα γενικών ιατρών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο τα νέα οικονομικά και μη οικονομικά κίνητρα θα μπορέσουν να προσελκύσουν γιατρούς στις περιοχές με τη μεγαλύτερη έλλειψη και να ενισχύσουν τη συμμετοχή τους στον νέο θεσμό.
Κενά σε νοσηλευτές
Την ίδια στιγμή, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της μεγάλης εκροής επαγγελματιών υγείας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Ιδιαίτερα ανησυχητικό θεωρείται το χαμηλό ενδιαφέρον των νέων για το νοσηλευτικό επάγγελμα, γεγονός που απειλεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ γιατρών και νοσηλευτών τα επόμενα χρόνια.
Οι αδυναμίες επεκτείνονται και στον σχεδιασμό του ανθρώπινου δυναμικού. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη στρατηγική για την πρόβλεψη των μελλοντικών αναγκών, ούτε επαρκές πλαίσιο για την κατανομή και μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μεταξύ των επαγγελματιών υγείας. Παράλληλα, ο συντονισμός μεταξύ των Υπουργείων Υγείας και Παιδείας παραμένει ανεπαρκής, με αποτέλεσμα τα προγράμματα εκπαίδευσης να μην ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις ανάγκες του συστήματος.
Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται και η προετοιμασία του προσωπικού για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της υγείας και τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η απουσία σαφούς πολιτικού και θεσμικού πλαισίου για τις νέες δεξιότητες αποτελεί μια ακόμη πρόκληση.
Η πορεία του συστήματος θα κριθεί, μεταξύ άλλων, όπως επισημαίνει η μελέτη, από δείκτες όπως η διαθεσιμότητα γενικών ιατρών και νοσηλευτών, η αναλογία νοσηλευτών προς ιατρούς, η καθαρή μετανάστευση επαγγελματιών υγείας και η συμμετοχή των πολιτών στον θεσμό του προσωπικού ιατρού. Η αντιμετώπιση των ανισοτήτων δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα στελέχωσης, αλλά βασική προϋπόθεση για ένα αποτελεσματικό και ισότιμο σύστημα υγείας.
