Η Ελλάδα αναδεικνύεται κορυφαία δύναμη του ευρωπαϊκού τουρισμού, παραμένοντας σταθερά στις πρώτες επιλογές των ταξιδιωτών από τις σημαντικότερες αγορές της ηπείρου. Σύμφωνα με τα δεδομένα μελέτης του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), η οποία βασίζεται σε στοιχεία της GWI Travel και διεξήχθη τους πρώτους δύο μήνες του 2026, η χώρα κατατάσσεται στην τρίτη θέση των προτιμήσεων για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς τουρίστες όσον αφορά την πρόθεσή τους για ταξίδια στο εξωτερικό τη φετινή χρονιά. Παράλληλα, το ελληνικό brand καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στις επιλογές των Βρετανών και των Γάλλων, ενώ βρίσκεται στην έκτη θέση για τους Ισπανούς ταξιδιώτες. Το 2025 οι πέντε αυτές ευρωπαϊκές αγορές συνεισέφεραν αθροιστικά πάνω από το 46% των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού.

Αναλυτικότερα, η Γερμανία αποτέλεσε την πρώτη αγορά βάσει εσόδων, ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο στη δεύτερη θέση, τη Γαλλία στην τέταρτη (στην τρίτη θέση οι ΗΠΑ) και την Ιταλία στην πέμπτη, με την Ισπανία να κατατάσσεται δέκατη ένατη αλλά με αξιοσημείωτη αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Το ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ελλάδας εντοπίζεται στην αμείωτη προτίμηση των Ευρωπαίων για διακοπές κοντά στη θάλασσα, καθώς και για αποδράσεις πόλης (city breaks), μορφές τουρισμού που βρίσκονται στον πυρήνα της ελληνικής προσφοράς. Παράλληλα, καταγράφεται μια σαφής προτίμηση για ταξίδια διαρκείας πέντε έως επτά ημερών και άνω, γεγονός που σε συνδυασμό με την πρόθεση των ταξιδιωτών για σταθερή ή και αυξημένη τουριστική δαπάνη, δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη διατήρηση και την ενίσχυση των εσόδων ανά άφιξη. Επιπροσθέτως, το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον των Ευρωπαίων πολιτών για δραστηριότητες κοντά στη φύση και για πεζοπορία ανοίγει νέους δρόμους και προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία διαφοροποίησης του τουριστικού προϊόντος, προωθώντας ταυτόχρονα περιφέρειες της χώρας που δεν είναι ακόμη ευρέως ανεπτυγμένες τουριστικά, σημειώνει το ΙΝΣΕΤΕ.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης την επιτακτική ανάγκη για ευέλικτη πολιτική κρατήσεων και προσαρμοστικότητα, καθώς καταγράφεται μια γενικευμένη τάση για κρατήσεις της τελευταίας στιγμής τη φετινή χρονιά. Επιπλέον, η συμπεριφορά των ταξιδιωτών ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη χώρα προέλευσης, επιβάλλοντας μια διαφοροποιημένη στρατηγική προσέγγισης και τιμολόγησης ανά αγορά.
Για παράδειγμα, οι Γερμανοί και οι Βρετανοί, οι οποίοι τείνουν να προγραμματίζουν τα ταξίδια τους νωρίτερα συγκριτικά με άλλους Ευρωπαίους, εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη ανοχή σε υψηλότερες τιμές διαμονής και αεροπορικών εισιτηρίων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από τέσσερις στους δέκα Γερμανούς (42%) είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ποσά μεταξύ 86 και 145 ευρώ για τη διαμονή τους, ενώ πάνω από δύο στους δέκα (22%) είναι πρόθυμοι να ξοδέψουν περισσότερα από 145 ευρώ ανά διανυκτέρευση. Στην ίδια λογική κινείται και η βρετανική αγορά, όπου ένα 35% προτίθεται να δαπανήσει ποσά που αντιστοιχούν σε 88 έως 145 ευρώ, και ένα 34% εμφανίζεται έτοιμο να διαθέσει πάνω από 174 ευρώ για κάθε διανυκτέρευση.
Στον αντίποδα, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, που συχνά προτιμούν τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής εξαιτίας της ευρύτερης αβεβαιότητας, αποδεικνύονται περισσότερο ευαίσθητοι στο κόστος και θέτουν χαμηλότερα ανώτατα όρια στον ταξιδιωτικό προϋπολογισμό τους. Ενδεικτικά, περισσότεροι από τρεις στους δέκα Ιταλούς (33%) σχεδιάζουν να ξοδέψουν μεταξύ 86 και 125 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ενώ μόλις το 13% προτίθεται να υπερβεί τα 125 ευρώ, μια εικόνα παρόμοια με εκείνη των Ισπανών, όπου το 36% κινείται στην κλίμακα 86 με 125 ευρώ.
