Η επίσκεψη της ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας στην Άγκυρα ανέδειξε για μία ακόμη φορά την κοντόφθαλμη στρατηγική της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία – Κράτος δικαίου, Κυπριακό και ελληνοτουρκικά πέρασαν σε δεύτερο πλάνο μπροστά στη γεωπολιτική ατζέντα
Λάθος μήνυμα στέλνουν οι Βρυξέλλες στην Άγκυρα, καθώς επιστρέφουν σε μια αποτυχημένη πολιτική επιλογή του παρελθόντος, προσφέροντας «δώρα» στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, χωρίς παράλληλα να διασφαλίζουν ότι οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Τουρκία, αλλά και οι υποχρεώσεις όλων των υποψήφιων προς ένταξη κρατών υλοποιούνται, δίνοντας την αίσθηση ότι η Ευρώπη τη χρειάζεται περισσότερο την Τουρκία από ό,τι η ίδια την Ευρώπη.
Η επίσκεψη της Ύπατης Εκπροσώπου Κάγια Κάλας και των επιτρόπων Διεύρυνσης και Μετανάστευσης στην Άγκυρα, όπου είχαν συναντήσεις με τον Τ. Ερντογάν και τον Χ. Φιντάν και στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης, ανέδειξε για μία ακόμη φορά την κοντόφθαλμη στρατηγική της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία.
Η ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία, που σε κάθε δήλωσή της αναδείκνυε τη σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη, λησμόνησε την οποιαδήποτε αναφορά σε ένα κορυφαίο ζήτημα για κάθε χώρα που θέλει να έχει σχέση με την Ευρώπη: τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου. Τη στιγμή που δύο ηγέτες της αντιπολίτευσης είναι στη φυλακή, ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθαιρείται από τη θέση του με δικαστική απόφαση, χιλιάδες πολίτες βρίσκονται στη φυλακή με κατηγορίες για δήθεν συμμετοχή ή συμπάθεια προς το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, όπου η συμπεριληπτικότητα αποτελεί απαγορευμένη έννοια, η Ε.Ε. προτιμά να κάνει τα στραβά μάτια προκειμένου να μην δυσαρεστήσει το τουρκικό καθεστώς.
Η κ. Κάλας, η οποία φημίζεται για την ευαισθησία της σε ό,τι αφορά τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της Ουκρανίας, και που κάθε στιγμή καταγγέλλει την κατοχή των ουκρανικών εδαφών από τη Ρωσία και κόπτεται για τη δημοκρατία στη Μόσχα, δεν βρήκε ούτε μισή κουβέντα να πει στη διάρκεια των δηλώσεών της για τη συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου, για την ευθεία απειλή εναντίον της κυριαρχίας της Ελλάδας και, φυσικά, για τη δραματική κατάσταση του Κράτους Δικαίου στην Τουρκία.
Μόνο στο Κοινό Ανακοινωθέν, μετά τη συνάντηση της ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας με τον Χ. Φιντάν, σε ένα κείμενο που αναδείκνυε τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη και ήταν γεμάτο δεσμεύσεις και δώρα προς την Άγκυρα, βρέθηκε χώρος για μια τυπική αναφορά: «Οι δυο πλευρές συμφώνησαν ως προς τη σημασία της περιφερειακής σταθερότητας και των σχέσεων καλής γειτονίας.
Εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό. Η πλευρά της ΕΕ τόνισε, στο πλαίσιο της διεύρυνσης, την ανάγκη ενίσχυσης του κράτους δικαίου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της διασφάλισης υψηλών δημοκρατικών προτύπων».
Αναφορές ήπιες και ηθελημένα ασαφείς προκειμένου να μην ενοχληθεί η Αγκυρα. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, βεβαίως, είναι η πιο ανώδυνη και επικίνδυνη τοποθέτηση, καθώς η Τουρκία ποτέ δεν αρνήθηκε ότι υποστηρίζει τις προσπάθειες του ΓΓ του ΟΗΕ, με τη διαφορά ότι ζητά αυτές οι προσπάθειες να κινούνται εκτός πλαισίου των αποφάσεων του ΣΑ του ΟΗΕ και, φυσικά, η αναφορά αυτή δεν αναιρεί το μείζον ζήτημα που είναι η συνεχιζόμενη κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους. Ούτε, φυσικά, η επιθετική πολιτική της Άγκυρας, που προσπαθεί να μπλοκάρει τη συμμετοχή της Κύπρου στην Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα το επόμενο φθινόπωρο στην Αττάλεια.
Στα ελληνοτουρκικά, χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά στην απειλή πολέμου που υφίσταται εναντίον της Ελλάδας, αλλά και της επιθετικής πολιτικής της Τουρκίας με τις «γκρίζες ζώνες» και τη «Γαλάζια Πατρίδα», είναι προφανές ότι η αναφορά σε σχέσεις καλής γειτονίας είναι σαν χάδι για την Άγκυρα.
Και η ευαίσθητη για τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα Ευρώπη δεν μπόρεσε να αρθρώσει ούτε έναν λόγο για τους φυλακισμένους ηγέτες της αντιπολίτευσης και τους χιλιάδες πολίτες που για πολιτικούς λόγους βρίσκονται στις φυλακές…
Είναι προφανές ότι η ηγεσία της Ε.Ε. και ορισμένες χώρες-μέλη επιλέγουν την πολιτική του κατευνασμού και του εξωραϊσμού της κατάστασης στην Τουρκία, προκειμένου να αποφύγουν μια αντιπαράθεση με τον Τ. Ερντογάν, ελπίζοντας ότι, εμπλέκοντας την Άγκυρα σε έναν διάλογο στα δικά της μέτρα, θα την κρατήσουν σε «δυτική τροχιά» και σε μια αμοιβαία επωφελή σχέση.
Στο Κοινό Ανακοινωθέν ανακοινώνεται η συμφωνία των δύο πλευρών για επανέναρξη του διαλόγου υψηλού επιπέδου «κατά προτίμηση πριν από το τέλος του έτους, μεταξύ άλλων για την οικονομία, το εμπόριο, τη μετανάστευση και την ασφάλεια, την υγεία, την επιστήμη και την καινοτομία και τη γεωργία».
Όμως προκαλεί εντύπωση η αναφορά ότι οι δύο πλευρές «υπογράμμισαν τη σημασία της ενίσχυσης του διαλόγου και της συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ». Μια αναφορά που θεωρείται ότι ανοίγει το παράθυρο για την ικανοποίηση της απαίτησης της Τουρκίας, όπως εκφράσθηκε πριν από λίγες ημέρες από τον Τ. Ερντογάν, για συμμετοχή της Τουρκίας στον Πυλώνα Ασφάλειας και Άμυνας της Ε.Ε., όπου, σε ό,τι αφορά τα εξοπλιστικά προγράμματα, όπως το SAFE, υπάρχει το βέτο της Ελλάδας και της Κύπρου.
